Ενα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη (παραφράζω το προοίμιο από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ-Ενγκελς…), το φάντασμα του πατριωτισμού.
Οπου συμβαίνει το εξής τα τελευταία χρόνια, καθώς τα μεταναστευτικά κύματα πληθαίνουν: Ολοι είμαστε ή δηλώνουμε πατριώτες, αλλά οι μισοί θεωρούν τους άλλους μισούς λίγο έως καθόλου πατριώτες, έναντι των ιδίων που θεωρούν πως είναι (εξ ορισμού ή εκ χρίσματος…) γνήσιοι, σωστοί, αυθεντικοί πατριώτες.
Ενώ οι άλλοι είναι, κατ’ αυτούς, πατριώτες ντεμέκ (ψευτοπατριώτες) και πατριώτες-μαϊμούδες, αν δεν είναι ξεπουλημένοι σε άλλες πατρίδες και άλλα συμφέροντα, αλλότρια.
Την αισθητική του πατριωτισμού, εμμέσως διατυπωμένη, την είδα πρώτη φορά μόλις την περασμένη εβδομάδα κατά την ομιλία της Βρετανίδας πρωθυπουργού και ηγέτιδας των Συντηρητικών, στο συνέδριο των Συντηρητικών (5/10, «Εφ.Συν.» 6/10). Είπε η Τερέζα Μέι: «Κάποιοι πολιτικοί και ορισμένοι αναλυτές θεωρούν τον πατριωτισμό του κοινού ακαλαίσθητο», αναφερόμενη βέβαια στα τρέχοντα, σοβαρότατα, θέματα μετανάστευσης και εγκληματικότητας.
Ωρα για μια πρώτη διάκριση, γιατί το θέμα είναι τεράστιο: Πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν απαρασάλευτες αρχές τι ακριβώς είναι πατριωτισμός και πουθενά δεν είναι ενιαίος, αδιαίρετος και κοινά αποδεκτός.
Αλλος π.χ. είναι ο πατριωτισμός της κ. Μέι και άλλος του Τζέρεμι Κόρμπιν, για να αναφερθώ στον αντίπαλό της ηγέτη των Εργατικών. Οπως και στα καθ’ ημάς π.χ. (και μακριά από μένα τα «φακελώματα», αλλά…) άλλος είναι ο πατριωτισμός του Μανώλη Γλέζου και άλλος του Μάκη Βορίδη ή του Γιώργου Καρατζαφέρη.
Υπ’ αυτή την έννοια, η ακαλαισθησία ή η καλαισθησία (δηλαδή η αισθητική) του πατριωτισμού ορίζουν μόνον αυτούς που τον εκφράζουν όπως τον εκφράζουν, ουδένα έτερον.
Αν η κ. Μέι θεωρεί ότι εκπροσωπεί τον «πατριωτισμό του κοινού», αυτό μπορεί να το υποστηρίζει, αλλά αυτό είναι μόνο στο μυαλό της. Και το μυαλό, ως γνωστόν, συχνά έχει φαντασιώσεις, ακόμα και αισθητικής…
