Στην επιστροφή από το Φάληρο, με το λεωφορείο, εννέα το πρωί, κάθισε πλάι μου μία νέα. Επιασε κουβέντα με νεαρό, όρθιο με βαλίτσα. Γνωριζονταν, αλλά συναντήθηκαν στο λεωφορείο τυχαία.
Η κοπέλα πρέπει να ήταν σερβιτόρα ή κάτι ανάλογο σε μπαρ. Πήγαινε να εργαστεί «πρωινιάτικα».
Παρ’ όλο που δεν είναι οι καλύτερες ώρες της. Αργεί να πάρει μπρος. Ενώ, αν κοιμηθεί λίγο το μεσημέρι, μετά τις πέντε το απόγευμα τη βγάζει άνετα μέχρι τις τρεις-τέσσερις το πρωί…
Φίλη της –συνέχισε– «δούλεψε το περασμένο καλοκαίρι, σε νησί. Καταπληκτικές συνθήκες και μισθός: εννέα το βράδυ με πέντε το πρωί, οχτακόσια πενήντα ευρώ και ασφάλιση!
Και τι ήταν; Ποτηρού!» (Εμαθα κι εγώ, ο λαθρακουστής, από πρώτο χέρι, ότι υπάρχει και τέτοια ειδικότητα τη «νύχτα», αλλά ότι είναι και καταπληκτική αμοιβή 850 ευρώ και ασφάλιση για ωράριο 9.00 το βράδυ με 5.00 με πρωί.)
«Δεν κάνεις τίποτα. Βάζεις τα ποτήρια στο πλυντήριο, τα βγάζεις και τα βάζεις στο σουρωτήρι…»
Η ειδικότης «ποτηρού» με έκανε να υποθέσω, μάλλον βάσιμα, ότι τη «νύχτα» πρέπει να υπάρχουν και άλλες παρεμφερείς ειδικότητες –έμπειρων, ανειδίκευτων, αρχάριων– στον χώρο της διασκέδασης και θυμήθηκα κάποιους, παλιά, που τους λέγαμε «κασσάνδρες», επειδή υποστήριζαν ότι… μας πάνε για «χώρα των σερβιτόρων»!
Ο νεαρός με τη βαλίτσα πήγαινε σε θεατρική σχολή επαρχιακής πόλης και κατέβηκε στου Φιξ. Επιασα κουβέντα με την κοπέλα. Κοινωνική, άνετη, ακομπλεξάριστη. Μεγάλη σχολή συναναστροφής το μπαρ! Οχι, δεν έβγαλε σχολή τουριστικών επαγγελμάτων.
Απλώς δουλεύει σε μπαρ. «Μια δουλειά είναι…». Νέοι άνθρωποι. Ακολουθούν καθένας τον δρόμο του∙ πιθανότατα, τέτοιες δύσκολες μέρες, όχι αυτόν που θα ονειρεύτηκαν. Ευγένεια, χαμόγελο, ομορφιά, συναίσθηση δυσκολιών, προπαντός οι νέοι.
Θέλουν και επιμένουν. Εβλεπα («Εθνος», 25/8, επομένη έκδοσης αποτελεσμάτων στις εισαγωγικές): «Εκρηξη βάσεων στις σχολές που δίνουν δουλειά». Επόμενο…
