Μαρμελάδα βερίκοκο, από βερικοκιά γειτόνισσας. Πλαϊνό σπίτι. Ακατοίκητο πλέον. Πωλείται.
Χαμένα θα πήγαιναν τόσα και τόσα ωραία βερίκοκα!
Οπως και πριν από τέσσερα χρόνια: σε κοινή επιχείρηση… απαλλοτρίωσης με τους φίλους από το πάνω σπίτι, γονείς, παιδιά, παππούδες, είχαμε πηδήξει από τα κάγκελα και είχαμε γδύσει τη βερικοκιά.
Ακατοίκητο και τότε το σπίτι. Οι ιδιοκτήτες, ζευγάρι ηλικιωμένων, δεν έφευγαν πια από τον Βόλο∙ έχουν κόπο τα εξοχικά.
Τότε που αγοράσαμε το σπίτι στον Λαύκο (Νότιο Πήλιο), πάνε δεκαεφτά χρόνια, ένα πρωί, όπως κάτι μαστόρευα στην αυλή, εμφανίστηκε μπροστά μου ευγενής κυρία, με ποδιά, σκούπα, γυαλιά οράσεως και αφοπλιστικό χαμόγελο.
«Ηρθα να γνωρίσω τους καινούργιους γείτονες!» είπε.
Γεννημένοι στο χωριό, η ίδια και ο άντρας της, κάποτε –όπως έγινε σε όλη την επαρχία– έφυγαν στην πόλη κι έκαναν το πρώτο σπιτικό τους, εξοχικό.
Για ό,τι χρειαστεί, άφησαν κλειδιά σε ανιψιό που έμενε στο χωριό.
Δυο μέρες μετά την τότε… έφοδό μας στη βερικοκιά, εμφανίστηκαν στην αυλή της γειτόνισσας ο ανιψιός με τα κλειδιά και δύο ζευγάρια ξένων, προφανώς υποψήφιων αγοραστών του σπιτιού.
Πρώτος τους είδε ο μικρός εγγονός μας. Μπήκε με φόρα στην αυλή μας –καθόμασταν με τη γυναίκα μου– και είπε λαχανιασμένος: «Γιαγιά… παππού… ήρθαν αυτοί που τους κλέψαμε τα βερίκοκα!».
«Πάψε ρε, θα μας πάρουν χαμπάρι!» είπε ξεραμένη στα γέλια η γυναίκα μου.
Τις προάλλες, Σάββατο, κάτι έφτιαχνα έξω από το σπίτι, όταν εμφανίστηκε άλλη γειτόνισσα, ντόπια και αυτή, επίσης από χρόνια στον Βόλο, που ερχόταν, οικογενειακώς, στο χωριό για το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος.
Καλωσοριστήκαμε, αλληλοευχηθήκαμε και… «Τα ’μαθες;», είπε. «Πάει, έφυγε και η Φιλίτσα!» και μου έδειξε το σπίτι της γειτόνισσας με τη βερικοκιά.
Ακριβώς την ώρα που σιγοβράζανε στην κατσαρόλα μου τα βερίκοκα. Ετσι έμαθα το όνομά της…
