Ετσι το ’φερε η κουβέντα, μετά από ωραία χορευτική παράσταση (περισσότερο, συγκινητική, γιατί χορεύτριες –και ένας χορευτής!– δεν είναι επαγγελματίες, άλλη είναι η βιοποριστική τους εργασία και κλέβουν χρόνο για να χορεύουν!).
Δασκάλα τους, η αγαπητή φίλη, χορεύτρια, χορογράφος, ηθοποιός και (ερασιτεχνικά) αισθαντική τραγουδίστρια, Μαρία Αλβανού. Δύο παραστάσεις ετησίως, σχεδόν καθιερωμένες, στο «Altera Pars» του Κεραμεικού, να φανεί και η αγάπη στον χορό, αλλά και ο κόπος να λειτουργήσεις σαν χορευτικό σύνολο.
Το ’φερε η κουβέντα λοιπόν, στη μεγάλη… μεταθεατρική συντροφιά, μέσα από δρόμους αναπόλησης (οι πιο καλοστρωμένοι, γιατί τους φτιάχνεις όπως θέλεις…) να φτάσουμε μέχρι τις πανηγυρικές απαγγελίες επί εθνικών επετείων στα, τότε (τρέχα γύρευε πότε…), Γυμνάσια.
Στον φίλο λοιπόν της συντροφιάς, του είχε πέσει ο κλήρος να απαγγείλει τον «πολυπαιγμένο» στα τότε γυμνασιακά μας χρόνια «Ελληνικό Υμνο» του Φρεντερίκ Μιστράλ, όπου στη γνωστή επωδό:
«Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα…», ο φίλος έπαθε τρακ (πιστός στο δόγμα της Σάρα Μπερνάρ ότι «τρακ παθαίνουν μόνον τα ταλέντα»!) και, προσπαθώντας να θυμηθεί, επινόησε στιχοπλοκή απαράμιλλη, αναμιγνύοντας Μιστράλ με Σολωμό: «Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την… πατρίδα… Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα»!
Είδα στο Διαδίκτυο ότι, μεταξύ άλλων, ο Μιστράλ: Πήρε Νόμπελ λογοτεχνίας (1904). Πέθανε… 25η Μαρτίου! (1914). Ενώ, προτομή του υπάρχει στην Καλλιθέα (πλ. Αγίας Ελεούσας). Επέλεξα και παραθέτω απόσπασμα του «Ελληνικού Υμνου», σημειώνοντας πως ο Μιστράλ ήταν γνήσιος φιλέλληνας και ο φιλελληνισμός του δεν διατίθεται δι’… εμπορικάς χρήσεις:
Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη,/ας πιούμε ξέχειλη τη δόξα, παλικάρια./Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,/θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει./Ό,τι έγινε μπορεί να ξαναγίνει, αδέρφια!/Στων πυρωμένων τούτων βράχων τη λαμπράδα/με σάρκα θεία μπόρεσ’ ο άνθρωπος να ντύσει/το φωτερότερο κι απ’ όλα τα όνειρά του
