Μόλις ξημέρωσε, άφησα στο λάπτοπ και στο Ιντερνετ τα μπλόκα των αγροτών και την Ευρωπαϊκή Ενωση, μετά τη σύνοδο κορυφής, διχασμένη για το Προσφυγικό, έως την επόμενη έκτακτη σύνοδο κορυφής με συμμετοχή, αυτή τη φορά, της Τουρκίας (σαν κάπου να μπαίνει στην Ε.Ε. από το παράθυρο της προσφυγιάς η γείτων, μου φαίνεται…).
Βγήκα στην αυλή. Γυμνάστηκα∙ δέκα λεπτά∙ ίσα που να μην κάνουν θόρυβο τα τριξίματα στις αρθρώσεις. Εβαλα τροφή σε δύο γάτες αδέσποτες που μου κάνουν παρέα κι έπιασα, σιγά σιγά, με το καφεδάκι αφημένο στο πεζούλι, να παίζω με τον κήπο.
Καθάρισα, σκούπισα, νοικοκύρεψα γλάστρες, κλάδεψα… Την έκανα τζάμι! Το πιο ωραίο, όσο δούλευα, σχεδόν δύο ώρες, είχα συντροφιά έναν πανέμορφο κοκκινολαίμη∙ σε απόσταση… χεριού∙ μόνο στην παλάμη που δεν ερχόταν! Αφάνταστη οικειότητα. Μετά, που, εντυπωσιασμένος, το είπα σε φίλο ντόπιο, έμαθα πως οι κοκκινολαίμηδες είναι από τα πουλιά που πλησιάζουν τον άνθρωπο περισσότερο∙ άρα, μας φοβούνται λιγότερο.
Τα χάνουμε κάτι τέτοια οι άνθρωποι των πόλεων, εντειχισμένοι στα κάστρα των ανέσεων! Πολλοί ξεμάθαμε και το παρκάκι της γειτονιάς. Η απλοχεριά της φύσης ξεπερνάει κάθε φαντασία. Οσο την πλησιάζεις και την παρατηρείς τόσο καταλαβαίνεις πόσα χάνεις όταν απομακρύνεσαι∙ σώμα και ψυχή∙ γίνεσαι αμέτοχος.
Κατεβήκαμε μετά στο παζάρι της πρωτεύουσας νοτίου Πηλίου, της Αργαλαστής. Ψωνίσαμε μαναβικά (πήρα κι έναν ωραίο, χεροκάμωτο από άξια Γερμανίδα αγρότισσα, πολτό ντομάτας, που άρεσε και της γυναίκας μου), κάτι λίγα από το σουπερμάρκετ, ψωμί και εφημερίδες∙ μόλις πρόλαβα την τελευταία «Εφ.Συν.» με το αφιέρωμα στον Καλαϊτζή.
Τα κορίτσια (πληθυντικός ευγενείας και… αναμνήσεων) θέλανε τσιπουράκι στην πλατεία. Εριξα την ιδέα να το πράξουμε στην παραλία, στη Μηλίνα. Συμφώνησαν προτού συμφωνήσουν! Απίθανος καιρός με ανάρια σύννεφα∙ αυτά που τρελαίνουν τους ζωγράφους και αποτρελαίνουν όλους εμάς τους άλλους!
