Τρεις δεκαοχτούρες μόνιμες στη βεράντα. Αλλοτε στα κάγκελα να λιάζονται του καλού καιρού. Αλλοτε πάλι να τσιμπολογάνε στις γλάστρες κάτι που μόνον οι ίδιες ξέρουν. Αλλά πάντα να λερώνουν τη βεράντα με φύλλα που τα μαδάνε απ’ τα φυτά, με χώματα που τα σκορπάνε από τις γλάστρες, κυρίως με περιττώματα, κατά προτίμηση –άγνωστο γιατί– στις μαρμάρινες πλάκες του πεζουλιού.
Τρεις δεκαοχτούρες, και άντε να ξεχωρίσεις αν είναι ίδιες ή, κάθε φορά, διαφορετικές, αφού το μόνο που ξεχωρίζεις, είναι ότι καμία δεκαοχτούρα δεν διαφέρει από άλλη! Είναι όλες πανομοιότυπες, λες και βγήκαν από εργοστάσιο. Δεν έχουν, λόγου χάριν, τη διαφορετικότητα των περιστεριών, που τρία περιστέρια είναι τρεις διαφορετικές προσωπικότητες, και στις ορατές διαφορές και στη… συμπεριφορά. Παρ’ όλο που, περιστέρια και δεκαοχτούρες ανήκουν στο είδος των περιστερίδων.
Το όνομά τους οφείλεται στον ήχο που βγάζουν (μάλιστα δεν είναι κρώξιμο, είναι… γουργουρητό, λες και τρώνε ξινολάχανο!) και μοιάζει με το ελληνικό «δεκαοχτώ» (επαναλαμβανόμενο… εκνευριστικά), αν και ο νονός, παραδόξως, ήταν Ούγγρος φυσιοδίφης τον προπερασμένο αιώνα: Streptopelia decaocto, το επιστημονικό της όνομα, από το μαύρο δαχτυλίδι στο λαιμό (στρεπτός=δακτύλιος, πελιός=μαύρος), και κοπιάσανε στην Ευρώπη εξ Ανατολών, τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα.
Σκούπισα πάλι τη βεράντα δεύτερη συνεχόμενη μέρα. Επεφταν φύλλα από τον αέρα, έβαζαν και τα ποδαράκια και το αντεράκι τους οι δεκαοχτούρες, τόμπολα…
Παλαιότερα κρεμούσαμε στη βεράντα cd, που τα λένε και δίσκους ακτίνας, αντανακλούν στον ήλιο και, υποτίθεται, διώχνουν τις δεκαοχτούρες. Τρίχες! Πολυετείς παρατηρήσεις με έπεισαν ότι συμβαίνει εντελώς το αντίθετο: τα cd, αντί να τις απωθούν, τις έλκουν, σε σημείο που τις κάνουν… μουσικόφιλες και κινηματογραφόφιλες. Τελευταία δε παρατηρώ ότι δείχνουν και προτιμήσεις σε μουσικές και ταινίες∙ (δεν αναφέρω τίτλους, γιατί με τα καλλιτεχνικά δεν είναι να μπλέκεσαι, αλλά…) κάποιες τις έχουν εντελώς χεσμένες!
