Θα μπορούσε να είναι και ρητορικό το ερώτημα: αν και κατά πόσον στην Ελλάδα σήμερα υπάρχει ανάγκη κοινωνικού διαλόγου. Ανάγκη κοινωνικού διαλόγου, προτρέχω να πω, υπάρχει πάντα.
Με διάλογο λύνονται τα προβλήματα ή, εν πάση περιπτώσει, γίνεται προσπάθεια να λυθούν τα προβλήματα, προτού φτάσουμε σε αδιέξοδα και ρήξεις που ουδείς εχέφρων επιθυμεί.
Προπαντός σήμερα, που η χώρα περνάει μία από τις δυσκολότερες στιγμές της μεταπολεμικής, τουλάχιστον, Ιστορίας της, ο κοινωνικός διάλογος είναι, πιστεύω, εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση, να δούμε με κάποια προσδοκία το αύριο του τόπου.
Εξαρτάται βέβαια, από το ποιος κάνει την έκκληση για κοινωνικό διάλογο και πώς προσέρχεται ο ίδιος, ως πρόσωπο και θεσμός, σ’ αυτόν το διάλογο, με πόσο ειλικρινή διάθεση, με ποιες αλήθειες και ποια (να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη της… μόδας, μάλλον δυσάρεστη)… προαπαιτούμενα.
Από κει και πέρα μένει η πειθώ –όχι η πειθώ των λόγων, η πειθώ της πράξης– πάντα με επιφύλαξη (η αμφιβολία δεν είναι απόρριψη, είναι πηγή σοφίας) πως ο καιρός θα δείξει.
Να δούμε πρώτα τον λόγο, τη σκέψη αυτού που καλεί σε κοινωνικό διάλογο: «Είναι κρίσιμο να κάνουμε όλοι την αυτοκριτική μας προτού προχωρήσουμε.
Οι κοινωνικοί εταίροι δεν σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων αναζητώντας συναινετικές λύσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, ούτε οι κυβερνήσεις αναζήτησαν συστηματικά τη νομιμοποίηση των αποφάσεών τους στον κοινωνικό διάλογο.
Ο διάλογος περιορίστηκε σε αντιπαραθέσεις για το ύψος του κατώτατου μισθού (…). Στην περίοδο της κρίσης ο διάλογος πραγματοποιήθηκε έξω από επίσημα όργανα. Ατυπες διαδικασίες προτιμήθηκαν, εξωθεσμικοί δίαυλοι επηρέασαν τη λήψη αποφάσεων (…), η συχνή αλλαγή κυβερνήσεων ευνόησε ψηφοθηρικές προσεγγίσεις…».
Αυτά και άλλα πολλά, για ώτα ευήκοα, λέει ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θεόδωρος Φέσσας («Βήμα» 13/12), περαίνων: «Είναι ώρα, επιτέλους, να φανούμε χρήσιμοι»! Ο λόγος, στη λογική…
