Αμάν πια με τα προαπαιτούμενα. Μας έπρηξαν. Για όσους μάλιστα δεν το εμπεδώσαμε επακριβώς προαπαιτούμενο τι σημαίνει. Μας ήρθε προχθές και η «ερμηνευτική εγκύκλιος» του χερ τάδε Γερμανού πρέσβη, μέσω της γερμανικής εφημερίδας «Βελτ», ότι Ελλάδα σήμερα, κατά γερμανική «κοσμογραφία» δεν σημαίνει χώρα π.χ. της Ευρώπης που βρέχεται από τη Μεσόγειο, σημαίνει χώρα «πρακτικά ακυβέρνητη και τώρα θυμίζει ακυβέρνητο πλοίο»∙ άραγε, αυτό το πλοίο… γέρνει ή, παρά την ακυβερνησία, πλέει… ευθυτενώς;
Εντάξει λοιπόν με τα προαπαιτούμενα∙ κάποια θα πιάσουμε, κάποια δεν θα πιάσουμε, κάποια άλλα δεν πιάνονται με τίποτα… το ξέρουμε και το ξέρουν, όλοι το ξέρουν ότι κάποια προαπαιτούμενα αμολιούνται για να μην πιαστούν, αλλά έτσι παίζονται αυτά τα παιχνίδια και πού θα πάει, θα έρθει και η ρημάδα η αξιολόγηση.
Αλλά μήπως, λέω μήπως… ήρθε ο καιρός, εκτός από προαπαιτούμενα των άλλων, ν’ αρχίσουμε να μιλάμε και για… αιτούμενα δικά μας και για αξιολογήσεις δικές μας;
Εμείς τι ζητάμε, αιτούμε, προαπαιτούμε, απαιτούμε από εμάς τους ίδιους, μήπως και πάψουμε να… επαιτούμε, και πώς αξιολογούμε, εμείς εμάς, ώστε να βγούμε από τη θηλιά των αξιολογήσεων που μας κάνουν οι άλλοι. Γιατί αυτά δεν είναι ούτε δεδομένα ούτε αυτονόητα. Θέλουν δουλειά και σκέψη, το κορμί και ο νους να ιδρώσουν.
Τι έκαναν, τι κάνουν και θα κάνουν οι άλλοι για μας (κακά και καλά∙ τα τελευταία, δυστυχώς, τα παραβλέπουμε ή, το χειρότερο, τα θεωρούμε… υποχρέωση των άλλων), αυτά είναι γνωστά από το 1821.
Μόνο που πλάι σ’ αυτά, κάθε τρεις και λίγο (και αυτό… ευσχήμως το προσπερνάμε), ξεσπούσε ανάμεσά μας κι ένας «εσωτερικός αγώνας», ένας εθνικός διχασμός, ένας εμφύλιος… Μήπως είναι καιρός να πιάσουμε να μετράμε και να ζυγιάζουμε πάλι, με επίγνωση πως κάποια μέτρα και σταθμά δεν μας έβγαλαν καλούς λογαριασμούς; Μήπως;…
