ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εθνικός Κήπος· με έφερε ο δρόμος… Κρατούσε ένα αγίνωτο μούρο. Με πλησίασε. Καλημέρισε· προφορά επαρχίας: -Μούρες! Σε καμιά δεκαριά μέρες θα είναι ώριμες… είπε και μου συστήθηκε: κηπουρός στον Εθνικό Κήπο. Στη γειτονιά τα λέγαμε μούρα, το μούρο, τα μούρα· ουδέτερο. Πολύ μετά, στα ταξίδια μου ανά την Ελλάδα, διαπίστωσα ότι υπάρχει και το θηλυκό: μούρα, η· και όχι μούρη· πληθυντικός μούρες· ίσως στις πιο πολλές περιοχές· λόγω μουριάς, γίνεται και ο καρπός θηλυκός!

Του κηπουρού αρέσανε οι άσπρες μούρες· όπως κι εμένα. Θυμήθηκε το χωριό: -Στρώναμε σεντόνια από κάτω και τις μαζεύαμε!.. είπε με φανερή νοσταλγία. Σκέφτηκα πως οι κηπουροί, τόσο κοντά στη φύση… ζούνε μαζί της, την παρακολουθούν, την υπηρετούν… σύμφυτοι, θα είναι από τους ευτυχέστερους ανθρώπους στον κόσμο. Εδώ ένα λουλουδάκι σε γλαστρούλα παίρνεις από τη λαϊκή, το μεταφυτεύεις, βλέπεις να πιάνει και να προοδεύει και το καμαρώνεις.

Φαντάσου πώς θα ένιωθες σε μεγάλο περιβόλι, στον… Εθνικό Κήπο παρακολουθώντας, κάθε μέρα, τώρα με την άνοιξη, τις μούρες να ωριμάζουν και από χλωροπράσινες στην αρχή, σιγά σιγά, να παίρνουν το χρώμα τους και να στάζουν τον χυμό τους· να γίνονται οπώρες, εκ του οπός (χυμός) και ώρα· ώρα χυμού, άρα στιγμή συγκομιδής και βρώσης· μελιστάλαχτη οπώρα, κηρίναν τ’ οπώραν, αποκαλεί ο Αλκμάνας, εν ποιητική αδεία, τη χρυσή ηλικία της νιότης.

Οπώρα λέγανε οι αρχαίοι και το καλοκαίρι, συνώνυμο του θέρους· αντικείμενο η συγκομιδή και στις δύο λέξεις· ρήματα: το γνωστό μας θερίζω, αλλά και οπωρίζω· δεν το λέμε σήμερα, παρά τη χρήση, λέμε συλλέγω, για φρούτα, όμως οι αρχαίοι το είχαν σε χρήση και σε λέξη: οπωρίζω. Ετσι καταλάβαινες καλύτερα και το φθινόπωρο· όταν φθίνει, τελειώνει η εποχή της οπώρας. Αλλα να που μια Μεγαλοβδομάδα στον Εθνικό Κήπο ένας κηπουρός θα χαϊδέψει μπρος στα μάτια σου έναν αγίνωτο καρπό… μούρας και θα σου θυμίσει ότι σε λίγο… θα οπωρίσει…