Δεν καταλάβαινα και πολύ καλά. Ηξερα ότι πρέπει να στεκόμαστε όρθιοι, «προσοχή», όταν τον τραγουδάμε, αλλά και όταν τον ακούμε. Ποτέ δεν καταλάβαινα αυτό το «όρθιοι» – μου θύμιζε αυτό που μας έλεγαν στο κατηχητικό (ναι, πήγα και εκεί!) πως πρέπει να σηκωνόμαστε κάθε τόσο σαν μιλάει ο παπάς και μετά πάλι κάτω και πάνω και μου ήταν τρομερά κουραστικό και ανεξήγητο όλο αυτό. «Αν προσέχουμε τι λέει και είμαστε ήσυχοι δεν αρκεί; Τι είναι αυτό το “πάνω κάτω – κάτω πάνω” συνέχεια;» είχα ρωτήσει την κατηχητικοδασκάλα και θυμάμαι πως μου είπε ότι δεν θα πάρω εγώ γομίτσα σαν τ’ άλλα παιδιά, ως τιμωρία γι’ αυτά που είπα. Και έγινα, έξαλλη έγινα και της είπα πως είναι φασίστας (είχα ακούσει απ’ τη γιαγιά μου πως οι φασίστες δεν σε άφηναν να μιλήσεις) και δεν ξαναπάτησα ποτέ.
Βέβαια, με τον Εθνικό Υμνο ήταν κάπως αλλιώς. Κάπως μού έβγαινε το να σηκωθώ όρθια. Ημουν και καλή μαθήτρια (μια φορά φυτό, για πάντα φυτό), με έβαζαν να τον πω. Αρχικά το έλεγα απ’ έξω, τυπικά, με προσοχή μην μπερδέψω την «κόψη» με την «όψη», δίχως να συνδέω ότι αυτοί οι στίχοι είναι σχεδόν μία θρησκευτική/λατρευτική επίκληση όχι προς την Παναγία, με τα κατηχητικά και τις γομίτσες της, αλλά προς την Ελευθερία. Ετυχε, όμως, να έχουμε έναν κομμουνιστή δάσκαλο, νέο και φορτσάτο (ο Παπανδρέου είχε αφήσει ελεύθερους τους δασκάλους να κάνουν τη δουλειά τους) και κάποια στιγμή, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, γυρίζει ο Μάριος (Μάριο Μιχαηλίδη τον έλεγαν) και μας λέει:
«Γράφτε: Σαν σήμερα το 1943 πέθανε ο ποιητής Κωστής Παλαμάς». Η μέρα ήταν 28 Φλεβάρη. Μα δεν μάς μοίρασε ποίημα του Παλαμά. Τον Εθνικό Υμνο μάς μοίρασε. Και άρχισε να μας μιλάει για έναν πολύ ψηλό άντρα, με μακριές χερούκλες και πολλά, πολλά βιβλία που ήταν λέει σαν κολοσσός και τον αγαπούσαν σπουδαίοι ποιητές και λογοτέχνες και ένας Σεφέρης, λέει, που είχε πάρει και Νόμπελ που ήταν ένα σπουδαίο βραβείο από μία κρύα χώρα και αυτός ο κολοσσός στη κηδεία του Παλαμά, μέσα στην Κατοχή και την πείνα, ανάμεσα στους Γερμαναράδες κατακτητές και τους Ελληνες συνεργάτες τους που ήταν ίδιοι και χειρότεροι με δαύτους, σηκώθηκε, λέει, και άρχισε να ψέλνει (έτσι μάς είπε: να ψέλνει!) τον Υμνο προς την Ελευθερία. Και τότε οι χιλιάδες πεινασμένου και ταλαιπωρημένου κόσμου γύρω άρχισαν να τραγουδάνε κι αυτοί, και η φωνή τους έφτασε «ώς τα έγκατα της Ιστορίας μας» – έτσι μάς είπε ο δάσκαλος. Και πως αυτή ήταν μία «υπέρτατη πράξη αντίστασης». Και έτσι όπως ήταν και ο ίδιος ψηλός κι εμείς μικράκια, μού φάνηκε πως έβλεπα μπροστά μου τον Κατσίμπαλη στην κηδεία του Παλαμά και θεόρατα είχαν γίνει τα μάτια όλων στην τάξη, όπως θεόρατο ήταν και το νόημα όλων όσων ακούγαμε.
Χρόνια μετά κατάλαβα το νόημα αυτό κι έμαθα ποιος ήταν ο Γιώργος Κατσίμπαλης, «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού» του Μίλερ, ο άνθρωπος με τα χιλιάδες βιβλία, που πιότερο διάβαζε κι «έψελνε» την ποίηση παρά έγραφε. Αργότερα έμαθα και πως οι 200 εκτελεσμένοι κομμουνιστές αγωνιστές στην Καισαριανή, τον Εθνικό Υμνο έψελναν κι αυτοί. Οπως και ο Δημήτρης Παπαχρήστος, ο νεαρός εκφωνητής του Πολυτεχνείου, λίγο πριν εισβάλει το τανκ: Σολωμό απήγγειλε. Με φωνή απεγνωσμένη και αγέρωχη. Πραγματικά «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη…». Οπως ακριβώς ήταν και η όψη «που με βία μετράει τη γη» των 200, καθώς πήγαιναν για το απόσπασμα. «Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η Λευτεριά». «Μη λυπάστε. Πεθαίνουμε για ιδανικά» έγραφαν σε σημειώματα.
Ανάμεσα στους 200 ήταν και άνθρωποι συνδικαλιστές. Εργάτες και αγωνιστές. Οχι χειροκροτητές εργοστασιάρχη που δεν άφηνε να δημιουργηθούν συνδικάτα αλλά πέντε θανάτους προκάλεσε. Οχι Παναγόπουλοι. Ούτε «γαλάζιοι» αγροτοσυνδικαλιστές που έκλεβαν εκατομμύρια. Μονάχα σαν τους άλλους ήταν, τους «κομμουνιστές» του Αδωνι, στη «βία» των οποίων «δεν θα υποχωρήσει» όπως είπε, σαν πήγε προχθές στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας. Αναρωτιέμαι: τόσο πατριώτης και τόσο ελληνόφρων που είναι, το ότι οι Ελληνες γνωρίζουν την ελευθερία «απ’ την κόψη του σπαθιού την τρομερή», δεν το ξέρει; Ο πρώτος στίχος είναι για!
