Εκείνο το πρωινό του Φλεβάρη, η θάλασσα μύριζε σίδερο. Ηταν απολύτως σίγουρος γι’ αυτό. Την ήξερε τη θάλασσα, κι ας είχε δυσκολευτεί τόσο πολύ να μάθει τη λέξη στα ελληνικά: «Θά-λασ-σα» του έλεγε ο δάσκαλος, χαμογελώντας του. «Μη βιάζεσαι, αργά πες το». Του άρεσε αυτός ο δάσκαλος. Δεν τον πίεζε και του χαμογελούσε. Οχι επικριτικά, όπως κάναν οι μεγάλοι. Αλλιώς. Ηταν δύσκολη λέξη να τη μάθει. Τελείως διαφορετική απ’ ό,τι στη δική του γλώσσα. «Εμείς τη λέμε “μπάχα”» έλεγε και οι συμμαθητές του γελούσαν. Κι αυτός το έλεγε πάλι και πάλι για να τους ακούει να γελάνε. Του άρεσε αυτός ο ήχος.
[Η Νουτζίν Μουσταφά, κουρδικής καταγωγής με εγκεφαλική παράλυση, αναγκάστηκε να φύγει λόγω πολέμου από τη Συρία το 2014 μαζί με την αδελφή της. Δεν μπορούσε να περπατήσει και κινούνταν σε αναπηρικό αμαξίδιο. Σε ηλικία 16 ετών διέσχισε 5.600 χλμ. (Συρία-Τουρκία-Αιγαίο-Βαλκάνια-Γερμανία) πάνω στο αμαξίδιο. Καθώς δεν είχε τα χρήματα για να δώσει στους διακινητές, αναγκάστηκε να βρει άλλα περάσματα, με την αδερφή της να σπρώχνει το αμαξίδιο. Η ίδια έχει περιγράψει ότι το πιο σκληρό δεν ήταν η θάλασσα, αλλά η αίσθηση ότι η ζωή της «εξαρτιόταν από τις διαθέσεις των συνοροφυλάκων».]
● Η αλήθεια είναι πως δεν είχε πολλούς φίλους. Δεν τον πείραζε όμως. Εφτιαχνε μικρά καραβάκια από χαρτί και τα άφηνε σε μια σιδερένια λεκάνη που είχαν στην πίσω αυλή. Το σπίτι ήταν πολύ μικρό και σκοτεινό, ημιυπόγειο το έλεγαν (επίσης μία λέξη που τον δυσκόλευε), αλλά υπήρχε μια μικρή αυλή στο πίσω μέρος με μια λεμονιά. Οχι μεγάλη, αλλά στα μάτια του έμοιαζε πελώρια. Οσο ο ίδιος έφτιαχνε καραβάκια, ο πατέρας του καθόταν απέναντι και τον κοιτούσε σιωπηλά. Μερικές φορές άγγιζε το κεφάλι του παιδιού σαν να βεβαιωνόταν ότι ήταν εκεί.
[Ο Χοσέ Αντόνιο Βάργκας από τις Φιλιππίνες έφτασε ως παιδί στις ΗΠΑ με πλαστά χαρτιά. Μεγάλωσε πιστεύοντας ότι ήταν νόμιμος πολίτης μέχρι που, ως έφηβος, ανακάλυψε ότι τα έγγραφά του ήταν ψεύτικα. Το 2011, σε άρθρο του στο The New York Times Magazine αποκάλυψε δημόσια ότι ζούσε ως «παράνομος μετανάστης». Περιγράφει ότι για χρόνια απέφευγε αεροδρόμια, δημόσιες υπηρεσίες, ακόμα και νοσοκομεία από φόβο σύλληψης.]
● Στα 14 του, αποφάσισε να γίνει φωτογράφος. Είχε βρει μια παλιά μηχανή σε ένα παζάρι και πήγαινε κάθε απόγευμα στην παραλία, φωτογραφίζοντας ανθρώπους να περπατάνε δίπλα της. «Γιατί φωτογραφίζεις πάντα τη θάλασσα;» τον ρώτησε ένας φίλος. «Γιατί νιώθω ότι χρωστάω τη ζωή μου σε κάτι μεγάλο. Και η θάλασσα είναι απέραντη».
[Ο Ιμπραχίμα Μπαλντέ ξεκίνησε να ταξιδεύει από τη Γoυινέα στη Δυτική Αφρική, ψάχνοντας τον μικρότερο αδελφό του που είχε χαθεί στη διαδρομή προς την Ευρώπη. Πέρασε από Σαχάρα, Λιβύη και κέντρα κράτησης όπου βασανίστηκε φριχτά από λευκούς Ευρωπαίους. Οταν έφτασε τελικά στην Ισπανία, έμαθε ότι ο αδελφός του είχε πνιγεί στη θάλασσα.]
Η ιστορία της Νουτζίν Μουσταφά καταγράφηκε σε βιβλίο και η ίδια έχει γίνει ακτιβίστρια υπέρ των μεταναστών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Μπαλντέ έγραψε τη δική του ιστορία στο «Hermanito» που μεταφέρθηκε και στο θέατρο. Ο Χοσέ Αντόνιο Βάργκας κέρδισε το Πούλιτζερ ως δημοσιογράφος στη Washington Post, ενώ ήταν υποψήφιος για Emmy και για Tony ως παραγωγός σε ντοκιμαντέρ και θεατρικά έργα, πάντα με πολιτικό περιεχόμενο.
Ο μικρός Αϊλάν Κούρντι δεν έγινε ποτέ 14 χρόνων – ξεβράστηκε νεκρός στα τρία του χρόνια σε μια ακτή της Αλικαρνασσού, το 2015. Δεν έφτιαξε ποτέ άσπρα καραβάκια, δεν έμαθε ποτέ να λέει στα ελληνικά τη λέξη «θάλασσα», δεν έγινε ποτέ φωτογράφος. Αλλά θα μπορούσε, θα μπορούσε. Εμεινε ωστόσο για πάντα «παράνομος εισβολέας», όπως χαρακτηρίζουν τους μετανάστες ο Πλεύρης, η Καρυστιανού και οι ακροδεξιοί θιασώτες τους.
Ωστόσο, δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι πως αν τον άφηναν και ζούσε και μεγάλωνε και κάποια στιγμή τον ρωτούσαν ποια είναι η καλύτερη φωτογραφία που έχει τραβήξει, ίσως απαντούσε: «Αυτή που δεν τράβηξα ποτέ. Εκείνη, όπου όλοι πρόλαβαν να μεγαλώσουν».
