Τώρα, να το πω; Να τ’ ομολογήσω; Σιγά μην κρατηθώ – απ’ αυτές είμαι; Είμαι, δηλαδή, αλλά τώρα δεν θε να ‘μαι, γιατί αρκετά ήμουν, και πάλι θα ‘μαι δηλαδή, μα τώρα θα ξεγίνω… Ηταν, λοιπόν, μια φορά κι έναν όχι και πολύ παλιό καιρό -τον λες και παλιόκαιρο όμως- που ως φοιτήτρια στο Φυσικό στην Πάτρα, έκανα κι άλλα πραγματάκια. Βασικά, επτά δουλειές ταυτόχρονα έκανα, αλλά ποιος μετράει. Νέοι ήμασταν κι αντέχαμε! (Από αυτούς τους νέους που είπε κι ο Μητσοτάρχας στη ΔΕΘ… αν και νομίζω πως η γενιά μου άντεχε περισσότερο από τους σημερινούς νεολαίους, γι’ αυτό βγήκε και ξαναβγήκε ο Κυριάκος, τρομάρα μας: γιατί αντέχουμε.) Επανέρχομαι: Τω καιρώ εκείνω ήμουν και επαγγελματίας χορεύτρια. Λάτιν και αργεντίνικο τάνγκο. Δυο ζευγάρια να ήμασταν σε όλη την Ελλάδα τότε – μετά έμαθε να χορεύει και η κουτσή Μαρία και δεν ήταν πια κουτσή, γιατί το τάνγκο είναι κατ’ ουσίαν περπάτημα μετά συνειδήσεως κι έτσι ήρθε κι ίσιωσε. Είχα, το λοιπόν, καταθέσει μια πρόταση για βραδιές τάνγκο, με ζωντανή ορχήστρα και το μοναδικό μπαντονεόν τότε στη χώρα, σαν έγινε η Πάτρα Πολιτιστική Πρωτεύουσα. Και τη δέχτηκαν! Θα ήταν τρεις μέρες: το απόγευμα θα έκανε παραστάσεις μια τοπική σχολή σύγχρονου χορού και το βράδυ της ίδιας μέρας, ο καβαλιέρος μου κι εγώ παράσταση τάνγκο. Ελα, όμως, που στο πρόγραμμα υπήρχαμε μόνο εμείς σε μεγάλη φωτογραφία και η ιδιοκτήτρια της σχολής με το σύγχρονο, σε μικρή. Με βλέπει η τύπισσα στο κέντρο της πλατείας Ολγας και μου φωνάζει: «Μα να έχουν τη φάτσα σου αφίσα; Πού ακούστηκε! Να το ξέρεις: Γαμ@@@σαι Νόρα, γαμ@@@σαι!».
Οχι ότι έμαθα κάτι που δεν ήξερα, μα… έμεινα κόκαλο. Ούτε είχα προλάβει να δω το πρόγραμμα ούτε τίποτα: σχολή, δουλειά και πρόβες – τα προγράμματα με μάραναν! Ασε που δεν είχα πια άλλη ματαιοδοξία – την εξάντλησα στα τακούνια του τάνγκο, στην κυριολεξία. Σιγά που θα μ’ ένοιαζε να βγει η αφεντομουτσουνάρα μου φωτογραφία – ούτε στην εφημερίδα δεν βάζω ποτέ. Μωρέ, σαν τώρα θυμάμαι το σοκ: μια τύπισσα ίδια καταΐδια με τον Ανδρέα Λοβέρδο, στο κάπως πιο θηλυκό του, να βρίζει σαν γριά μετρέσα εμένα και καλά, στο κέντρο της Πάτρας! Mon Dieu!
Tους πολιτικούς δεν τους καλοήξερα τότε. Είχα μεγαλώσει με Ανδρέα και Μερκούρη (στα τελειώματά τους, αλλά τους πρόλαβα), ήξερα πολύ καλά τι είχε γίνει σε Κατοχή, Εμφύλιο και δικτατορία (ένεκα της ιστορίας του παππού μου), μπήκα και στα 17 μου στο Πανεπιστήμιο, δεν είχα προλάβει να μάθω τα νέα πρόσωπα. Ποιος Λοβέρδος; Ούτε καν! Θα ‘ξερα και ποια ήταν η αδερφή του; Ε, αυτή ήταν.
Με αφορμή το άβολο αυτό περιστατικό, τους έμαθα. Κι αυτήν, κι αυτόν! Που μου ‘κανε και διδακτορικό, τρομάρα του, με θέμα «Τρομοκρατία και πολιτικό έγκλημα: Μελέτη των φαινομένων από την πλευρά του Δικαίου». Ποιος; Ο άνθρωπος που εγκλημάτησε πολιτικά με τις οροθετικές, κρεμώντας τες στα μανταλάκια, αυτός που είπε πως είχε αποφασίσει να δείρει τον Τσίπρα μέσα στη Βουλή (τον κράτησαν οι καλοί τρόποι της οικογένειάς του, φαίνεται), αυτός που τάκα τούκα μάς πήρε το κεφάλι να παίζει τένις με τον Αδωνι και να λέει πως τον έχει «σαν μικρό του αδερφό» (μπρρρ…), αυτός που δήλωνε πως η Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι κυβέρνηση των καρτέλ και προχθές, δεν προλάβαμε ν’ ανοιγοκλείσουμε τα βλέφαρα, και να σου αγκαλιές και φιλιά με τον καρτελοφόρο. Ακόμα και για τα Τέμπη είχε επικρίνει την κυβέρνηση για «θανατηφόρα» αθέτηση υποσχέσεων και για ρουσφετολογικές επιλογές. Ε, σε αυτή την κυβέρνηση εντάχθηκε ο αδερφός της έτσι, που με ήθελε γιουβέτσι. Γενικά, το ‘χουν και οι δυο: δεν αγαπούν την εξουσία, δεν είναι νάρκισσοι και κυρίως, σέβονται τον πολίτη! Μάλιστα…
Κι όμως. Το θέμα μου δεν είναι μήτε δαύτος μήτε δαύτη. Αλλά αυτός: ο Κυριάκος. Τόσο απελπισμένος; Τόσο μόνος; Γιατί το ερώτημα δεν είναι «μα ο Λοβέρδος με τον Μητσοτάκη;», αλλά ακριβώς το αντίθετο: Μα με τον Λοβέρδο;
