«Δεν θα δώσω υποσχέσεις, ούτε και χρήματα που δεν υπάρχουν. Ποτέ δεν θα το κάνω. Είμαι για να μιλήσω για συμμετοχική ανάπτυξη. Αυτά έλεγα από το βήμα της ΔΕΘ το 2016 στην πρώτη μου εμφάνιση τότε ως πρόεδρος της Ν.Δ. Την ημέρα που συνυπογράφαμε μαζί τη συμφωνία αλήθεια(ς) που έμελλε να βγάλει τη χώρα από την κρίση». Ετσι ξεκίνησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το Σάββατο την –ακόμα μία… ιστορική– ομιλία του στα εγκαίνια της 89ης ΔΕΘ.
Σοβαρός, σαφής, μετρημένος, καθόλου επηρμένος είτε είρων, απεναντίας σεμνός και ταπεινόφρων, με εμπιστοσύνη στον εαυτό του και σεβασμό έναντι των αντιπάλων, ούτε το μάτι ανέβαζε ούτε το φρύδι κατέβαζε ούτε το μάτι γούρλωνε. Επειτα… σαν έτοιμος από καιρό αποχαιρέτησε… Συγγνώμη, παραδρομή… απολογήθηκε ήθελα να πω, ενώπιον των εκλεκτών παρισταμένων, για το έργο που επιτέλεσε, ο ίδιος και οι δύο κυβερνήσεις του, από το 2019 και εντεύθεν, κατά την κρίση του οποίου: «Βάλαμε την Ελλάδα ψηλά αποδεικνύοντας ότι νοιαζόμαστε για όλους τους Ελληνες».
Δεν επιθυμώ να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες. Αλλά η γενική εικόνα που αποκόμισα ακούγοντας μέρος (όσον ηδυνάμην) από την πρωθυπουργική ομιλία και διαβάζοντας το σύνολο, ήταν μια αίσθηση αγαλλίασης, ότι περπατούσα γαλήνιος, υπερήφανος ως Ελλην, σε κοιλάδα με παπαρούνες, ενώ στο πλάι κυλούσε τα γάργαρα νερά του ένα ρυάκι, με παπάκια και λουόμενες νεράιδες γυμνόστηθες που φορούσαν τάνγκα. Ενιωθα, με δυο λόγια, μεταρσιωμένος, σαν να πετούσα με την Ελλάδα, μαζί με τον «Αερόστατο» του Παπαχρήστου, στα ύψη, από τον έκτο ουρανό της ευτυχίας στον έβδομο της ευδαιμονίας.
Ιδίως στο σημείο που ο Μητσοτάκης απεφάνθη, ως αυθεντικός πολιτικός φιλόσοφος, ότι: «Γαλλία και άλλες χώρες είναι σε καθεστώς υπερβολικού ελλείμματος, ενώ εμείς είμαστε στην αντιπέρα όχθη». Ε, αυτή την «αντιπέρα όχθη» την ήθελα λίγο πιο αναλυτική. Αλλά, μην τα θέ’με κι όλα. Πού να τα προφτάσει όλα ένας άνθρωπος μόνος!..
