Πρωί, μπαίνοντας από το κρύο στο καφενείο του χωριού με την αναμμένη ξυλόσομπα, έπεσα σε θερμή διαφωνία εξαδέλφης με εξάδελφο περί οικογενειακού, επωνύμου, Καλοβιδούρης. Ο εξάδελφος υποστήριζε πως ο προπάππους πήρε παρατσούκλι, Καλοβιδούρης, επειδή έφτιαχνε καλά βιδούρια (καλάθια, μου διευκρίνισε, όπου πήζανε τυρί ή γιαούρτι, ήταν και σταθμά μέτρησης· καλάθια που να πήζουν γάλα, δεν μου πήγαινε, αλλά δεν έδωσα σημασία!). Η εξαδέλφη διαφωνούσε ότι το παρατσούκλι πήρε ο προπάππους, επειδή είχε πισινό σαν βιδούρι· άρα, κω-, όχι κι… Εκανε μάλιστα παραστατική χειρονομία: στενό πάνω, πλατύ στα οπίσθια…
Γκουγκλάρισα, αργότερα, να δω τι διάολο είναι το βιδούρι! Επεσα πάνω σε γλωσσικό φαινόμενο που λέγεται τροπή ή στένωση φωνηέντων, όταν αυτά δεν τονίζονται· ιδίωμα στο Πήλιο και αλλού. Το βιδούρι, επομένως, είναι η βεδούρα ή βεδούρι· ξύλινο σκεύος, όχι καλάθι, ενίοτε πήλινο, που χρησιμεύει στο άρμεγμα, το πήξιμο κ.λπ., αλλά παλιά ήταν και σταθμό μέτρησης, όπως το σακί π.χ. Ετσι εξηγείται και η σαφής χειρονομία απόδοσης σχήματος της εξαδέλφης. Τα βεδούρια, την εποχή που… επιστρέφαμε στις ρίζες κι είχαμε αντικαταστήσει τα βιβλία στις βιβλιοθήκες με ακροκέραμα, ήταν δυσεύρετο είδος διακοσμητικό στα σαλόνια, όπως και τα σαμάρια· πιο σπάνια αυτά.
Οσο για την τροπή φωνηέντων, συνέβη το εξής συγκινητικό: Γείτονάς μου στον Λαύκο ήταν ο συμπαθέστατος κύριος Νίκος, επώνυμο. Πιτσ(ι)άβας, Λαυκιώτης, τραπεζικός στον Βόλο. Λάτρης του Καποδίστρια μέχρι… παροξυσμού· αν έλεγες κάτι εναντίον του Κυβερνήτη, μπορεί και να σου έκοβε την καλημέρα. Ονειρό του, να βγάλει ένα βιβλίο για τον Καποδίστρια, το οποίο, τελικά, πραγματοποίησε πριν από τέσσερα, πέντε χρόνια. Δραστηριοποιήθηκε στο δημοψήφισμα κατά του βασιλιά. Μας έφερνε σε πορσελάνινη πιατέλα σύκα από τη συκιά του. Εμαθα τον θάνατό του, τώρα, από αγγελία για τα σαράντα του. Εμαθα ακόμα ότι 35 χρόνια που τον γνώριζα, ήμουν σε πλάνη… Διότι προφερόταν Πιτσιάβας. Αλλά λεγόταν… Πετσιάβας. Πλάνη τροπής…
