Περιμένω στο κυλικείο του ΚΤΕΛ Μεσσηνίας το λεωφορείο επιστροφής. Πίνω καφέ και βλέπω ψηλά κι απέναντι το Κάστρο. Πλάι μου, ο σάκος μ’ ένα βιβλίο στην εξωτερική θήκη. Προτιμώ να χαζεύω το Κάστρο, με τα πεύκα και τον τρούλο από το εκκλησάκι μόλις να διακρίνεται, αντί να διαβάσω, στην ανόητη σκέψη ότι έτσι «θα περάσει η ώρα αναμονής χωρίς να το καταλάβω…». Καλύτερα να αργήσει να περάσει η ώρα και να το καταλάβω… Να βλέπω το Κάστρο, κι όπου με πάει. Το λεωφορείο, έτσι κι αλλιώς, θα έρθει. Το Κάστρο θα φύγει, και μπορεί να μην ξανάρθει ποτέ. Καλύτερα το… ορίτζιναλ, το γνήσιο, που είναι ο λόφος με το Κάστρο, παρά το αντίγραφο, που είναι ένα βιβλίο…
Παναγιά η Καλομάτα, είδα κάπου πως ονομάζεται η εκκλησούλα του Κάστρου. Κι απ’ αυτή την Καλομάτα βγήκε, λέει, μέσα απ’ τα σπάργανα της γλώσσας, η… Καλαμάτα. Μύθος ή πραγματικότητα; Ποιος ξέρει! Οταν ταξιδεύεις, το καλύτερο που έχεις να κάνεις, είναι να μην ανοίγεις και πολλούς λογαριασμούς με την πραγματικότητα –που δεν είναι και μία, εδώ που τα λέμε, είναι ιδιοκτησία του καθενός που την πιστεύει όπως του γουστάρει– και να δραπετεύεις και λίγο προς τον μύθο, που μπορείς να τον φέρνεις και στα μέτρα σου χωρίς να πειράζεις κανέναν· ούτε τον μύθο!
Το οχύρωσε, λέει, δυνατά το Κάστρο ένας Φράγκος, Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος. Αγάπησε ό,τι υπήρχε στα πόδια του Κάστρου: μια πολιτειούλα, τον ελαιώνα, τον πορτοκαλεώνα, τον ποταμό Νέδοντα, πέρα, μακριά ώς τη θάλασσα. Τόσο, που του έμεινε το προσωνύμιο: ο Καλαμάτας! Εγινε, λέει, και μια συνωμοσία στο Κάστρο, μια μπαμπεσιά… Την αφηγείται ο Τερζάκης στην «Πριγκιπέσα Ιζαμπώ»· βιβλίο που, κάποτε, πλησίασα να το τελειώσω!..
Την πολιόρκησα την Καλαμάτα, γιαλό γιαλό, την πρώτη μέρα. Τη δεύτερη, είπα να την αλώσω. Αλλά επειδή ήταν δεύτερη, την είπα… Δευτέρα.
