Επισκεφτήκαμε, τις προάλλες, με τον αδελφό μου, τον Σάκη. Επίσκεψη φορτισμένα συγκινητική. Αν είχα κέφι να περιγράψω, όπως έζησα και ένιωσα, τις πλέον από τρεις ώρες που καθίσαμε παρέα, θα πρόσθετα ένα ακόμα κεφάλαιο στον «Ποδηλάτη»: Πώς είναι σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά, ένας από τους κεντρικούς ήρωες εκείνου του παλιού αφηγήματος. Τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια. Πού ζει σήμερα: σπίτι, κατάσταση σπιτιού, έξω-μέσα, οσμές (προπαντός αυτές· τις είχα στη μύτη μέχρι την άλλη μέρα το πρωί!). Παρακμή, αλλά και περηφάνια. Μεγαλείο!
Ο ίδιος; Λαλίστατος. Με ευφράδεια αξιοζήλευτη, με τις αλήθειες του και τις… ξουρίες του. Με μάγκικες κουβέντες στον χρόνο και στο μέτρο που χρειαζόταν. Καμιά υπερβολή, ακόμα και στις υπερβολές! Δεν είχα χαρτί και μολύβι να τα γράψω, αλλά και να είχα, αμφιβάλλω αν έσπαγα, για δυο λέξεις στο χαρτί, αυτή την αφράτη, ώριμη, κατασταλαγμένη αφήγηση, μια στο αστείο, μια στον πόνο και μια στην περιπέτεια· μέχρι στη Δανία έζησε δέκα χρόνια… Είπε. Σιγά μην ψάχνω αποδείξεις! Παντρεμένος δις· την πρώτη: «Τι ήμουνα ρε σεις; Δεκαεννιά χρονώ παλληκάρι. Τι σκάμπαζα!..». «Ναι, δυο φορές παντρεύτηκα. Πήγα για καλύτερα κι έπεσα από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη! Αυτά που λες, Πετράρα…».
Τρία κορίτσια, τέσσερα εγγόνια· φωτογραφίες· απόμακρα… Ποιος φταίει; Τι έτρεξε; Δεν πήγαμε να δικάσουμε. Πήγαμε να δούμε ένα φιλαράκι που χόρευε στη γειτονιά το πιο ονειρεμένο ζεϊμπέκικο και ξέραμε ότι ήθελε πολύ, καιγόταν να μας δει. Και είχαμε να ιδωθούμε: «Από κείνο το βράδυ στη Σταδίου, μπροστά στο Αττικό!.. Θυμάσαι ρε;». Το θυμόμουν πολύ καλά. Ηταν αρχές δεκαετίας του ’80. Σαράντα χρόνια! Κι όλα τούτα με υπόκρουση το μπουζούκι του· ένα τρίχορδο: «Εχει βάσανο το τρίχορδο, δεν σου χαρίζεται. Με το τετράχορδο, λίγη κιθάρα να ξέρεις, παίζεις μπουζούκι. Το τρίχορδο είναι μαρτυριάρικο!». «Οχι λεφτά, παιδιά… Οχι! Σας παρακαλώ! Με σκοτώνετε!..». Φιλαράκια…
