ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ψιλοβρέχει κι ο καιρός κάνει γκρίνιες, κι ας είναι ώριμος Μάρτης. Περπατάς στην Εγνατίας, προς τον Βαρδάρη. Σηκώνεις τα πέτα, περασμένες 10 το βράδυ, να προστατευτείς από τη νύχτα κι από την πόλη, που, αν και μεγαλοπρεπής, σε πληγώνει. Άφησες πίσω σου τα αρχαία της Βενιζέλου και το εργοτάξιο που είναι γεμάτο από τεράστιους σάκους με μπάζα. Η αρχαία σκόνη στροβιλίζεται από πάνω του σα να έχει ανοίξει ένα πηγάδι αδικίας που θέλει να καταπιεί τις πελώριες μηχανές εκσκαφής των ανθρώπων. Περπατάς και προσπερνάς, ωστόσο, ξανανεβάζοντας τα πέτα του παλτού, για να μη βλέπεις τη φτώχεια τριγύρω αλλά και τη μεγάλη αντίφαση: δίπλα σου περνούν και μεγαλοεπιχειρηματίες -στη Θεσσαλονίκη κλείνονται πάντα μεγάλες δουλειές- και νέοι που ρωτούν με αγωνία για δουλειά στα καφέ του κέντρου.

Προχωράς πιο βαθιά μέσα στην αρχή της Εγνατίας, πιο βαθιά μέσα στη νύχτα. Σταματάς σε μια στάση λεωφορείου, δεν μπορείς να περάσεις από το πεζοδρόμιο. Ένας τοίχος από κόσμο. Μετανάστες, φοιτητές, εργάτες, υπάλληλοι, περιμένουν τα λεωφορεία. Και πρόσφυγες με μπόγους. Μιλούν μεταξύ τους σε μια γλώσσα που πιθανολογείς πως είναι ουκρανικά. Οι άνθρωποι της στάσης μοιάζουν όλοι το ίδιο κουρασμένοι. Ψάχνεις να δεις πού βρίσκεσαι. Δίπλα σου, μια στοά τυφλή. Κι από πάνω γράφει Εγνατίας 31. Απέναντι, λίγο πιο κάτω από το ξενοδοχείο Ιλίσια, σου δείχνουν κάτι κορίτσια έναν καπνό. Γυρίζεις το βλέμμα σου προς τα κοντέινερ που είναι παρκαρισμένα και καταλαβαίνεις.

Τα είχες δει και το πρωί στα Λαδάδικα. Γυρίζουν μια αμερικανική ταινία μεγάλης παραγωγής. Ναι, σκέφτεσαι, μια μεγάλη παραγωγή μπορεί να νοικιάσει την καρδιά μιας φτωχής πόλης, κι ας λέγεται Θεσσαλονίκη. «4.30 κυρία το σουβλάκι σας», σου είπε η ταμίας της Αριστοτέλους, κοιτάζοντας με συμπόνια την απορία σου, «έκανε 3, μα ανέβηκε τις τελευταίες 10 μέρες». Εγνατίας 31. Κοιτάς απέναντι και πάλι, τη μεγαλοπρέπεια του παλιού ξενοδοχείου. Έχεις δει πολλά τέτοια σήμερα μες στη μέρα, στο κέντρο της πόλης, τα περισσότερα εγκαταλελειμμένα.

Στις πόρτες τους, σε αντίθεση με την παρακμή, περίτρανες ανθισμένες αμυγδαλιές να σου θυμίζουν την πανίσχυρη ομορφιά της άνοιξης. Σκέφτηκα προς στιγμήν πως, αν από κάθε παραγωγή ταινίας μπορούσε να ανακαινιστεί ένα τέτοιο κτίριο, σε λίγα χρόνια η πόλη θα είχε αναστηθεί. Διαπέρασα με τη μάσκα μου το τείχος των ανθρώπων της στάσης που ελάχιστοι φορούσαν τη μάσκα της πανδημίας και μονολογούσα ψιθυριστά: με τσάκισε κι απόψε η Εγνατία με τα κεσάτια της, δε μυρμηγκιάζει πια η ομορφιά στα παραβαρδάρια.