Από προσωπικό ημερολόγιο: «Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020, 6:18 π.μ. Λαύκος, Νότιο Πήλιο. Βρέχει συνεχώς από χθες. Ξύπνιος από 5:15. Μέρα φαγητού η χθεσινή, καθ’ όσον βροχή και κλείσιμο. Περπάτησα πάντως το πρωί κανένα μισάωρο απ’ άκρη σ’ άκρη στο χωριό, μίλησα και λίγο στα όρθια στο καφενείο· από… μακριά· δεν μπήκα, γιατί δεν είχα πάνω μου μάσκα. Περνώντας έξω από σπίτι φίλου, είδα το πορτατίφ του γραφείου του αναμμένο, αλλά απέφυγα· δεν ήθελα να ενοχλήσω· υπάρχει και φόβος πια στα σπίτια με τον κορονοϊό, όταν τους χτυπάς την πόρτα· το καλοκαίρι με τις αυλές ήταν πιο άνετα· αλλιώς είναι σε ένα δωμάτιο!
»Τα σκέφτεσαι, όπως ξέρεις ότι τα σκέφτονται και οι άλλοι. Ηταν και πολύ ανεβασμένα τα κρούσματα χθες· όπως άκουσα ξεπέρασαν τα 1.500. Ακουσα και τον Τσιόδρα να ενημερώνει σε… ρόλο υπουργού Οικονομικών ή Επικοινωνιών και Μεταφορών: “Είναι αδύνατο να επενδύσουμε αυτή τη στιγμή σε περισσότερη και μεγαλύτερη άνεση στα Μέσα Μεταφοράς” (τι το ήθελε ο ευλογημένος!). Πήγαμε πάντως (με δυο ανιψιές μου που φιλοξενώ) στην Αργαλαστή, για ψώνια στο μάρκετ και για τσίπουρα στην πλατεία· καθίσαμε έξω· με τα κοροναϊκά, πολλά μαγαζιά έχουν εγκαταστήσει υπόστεγα.
»Τακτοποιήσαμε τα ψώνια και πήγαμε στο σπίτι φίλης, που μας είχε καλέσει σε τραπέζι· πέντε λεπτά δρόμος, με ομπρέλες, αλλά φτάσαμε μούσκεμα! Φάγαμε του σκασμού, και εκλεκτά· μέχρι γλυκό· μια τάρτα απίθανη, με κρέμα· μαγείρισσα πρώτης κατηγορίας η φίλη. Φύγαμε μετά τις πέντε. Ενίσχυσα το τζάκι με ξύλα κι έπεσα για ύπνο. Ονειρεύτηκα ότι με συνέλαβαν αστυνομικοί, μαζί με άλλους δυο –γνωστούς, απροσδιόριστα–, επειδή δεν φορούσαμε μάσκα και μας οδηγούσαν, με αυτοκίνητο, σε αστυνομικό τμήμα. Ο,τι σκεφτόμουν να κρατήσω… μαχητική στάση και να… πολιτικοποιήσω τη σύλληψη, ξύπνησα… υπερήφανος που αντιστάθηκα!».
