Μεσημεράκι. Πήγαινα για καφέ στη γειτονιά και διασταυρώθηκα στον δρόμο, στη Σπύρου Μερκούρη, με ηλικιωμένο κύριο (βαριά ηλικιωμένο), που ερχόταν από το σουπερμάρκετ με τις ενδεικτικές τσάντες στα χέρια· δύο, αλλά με ελάχιστα ψώνια καθεμιά. Αφησε τις τσάντες στο σκαλί της εισόδου της πολυκατοικίας και στάθηκε. Προσφέρθηκα να βοηθήσω: «Χρειάζεστε κάποια βοήθεια; Θέλετε κάτι; Να σας κρατήσω τις τσάντες; Να σας ανοίξω την πόρτα;..». Σήκωσε το κεφάλι ο κύριος· φορούσε μάσκα κορονοϊού, γυαλιά πρεσβυωπίας· αδύνατος στο έσχατο, αλλά περιποιημένος. Με κοίταξε με ευγνωμοσύνη και με πολύ μεγάλη ευγένεια απάντησε: «Οχι, όχι… Ευχαριστώ πολύ! Δεν μένω εδώ!».
Λίγο ακόμα και θα με πιάνανε τα γέλια. Γιατί θυμήθηκα το γνωστό ανέκδοτο του Μπόμπου με την καλή πράξη: Είπε ο δάσκαλος στην τάξη: «Αύριο θα μου πείτε μια καλή πράξη που κάνατε ο καθένας σήμερα». Είπαν, την άλλη μέρα, τα παιδιά το καθένα τη δικιά του καλή πράξη, ήρθε και η σειρά του Μπόμπου: «Περάσαμε με τον Γιαννάκη μια γιαγιά στο απέναντι πεζοδρόμιο!» είπε. «Και χρειαστήκατε δύο, Μπόμπο, για να περάσετε μία γιαγιά απέναντι;», απόρησε ο δάσκαλος. «Μάλιστα κύριε, γιατί ο Γιαννάκης την τραβούσε από μπροστά κι εγώ την έσπρωχνα από πίσω…».
Εχει και ο προσκοπισμός τα ζόρια του, τις δυσκολίες του· θέλει και την τέχνη του· κάποια μαεστρία και κάποια στοιχειώδη ευφυΐα τέλος πάντων. Ούτε μπορείς να τον κάνεις με το ζόρι και σε στιγμή ακατάλληλη ή σε συνθήκες απρόσφορες· εκτός τόπου και χρόνου που λέμε. Τότε δεν κάνεις προσκοπισμό (ή εθελοντισμό που είναι και στη μόδα). Τότε κάνεις κακιά πολιτική, που είναι και αυτή στη μόδα! Αναλογίζεστε, πόσες γιαγιάδες σήμερα τις περνάνε με το ζόρι απέναντι και πόσους παππούδες τούς χώνουν με το στανιό σε άγνωστες πολυκατοικίες;..
