Η οδός Παύλου Νιρβάνα είναι μία από τις πρώτες κάθετες ανηφόρες πριν από τις ανωφέρειες της Ανω Πόλης. Εκκινεί από την Κασσάνδρου και λήγει εκατό μέτρα πιο πάνω, στην Ολυμπιάδος. Αν έχεις ανεβεί νωρίτερα με τα πόδια την οδό Προξένων, παραλλήλως του Διοικητηρίου, σου κόβει την ανάσα. Βοηθά και η μυρωδιά κάτουρου που τρυπάει τη μύτη. Οι περισσότεροι ξενύχτηδες ξαλαφρώνουν για να πάρουν κουράγιο, συνεπικουρούν άστεγοι και πλάνητες.
Τα οικοδομικά τετράγωνα φιλοξενούν ένα ακόμη κύμα προσφύγων και μπόλικους οικονομικούς μετανάστες. Εκατό χρόνια μετά το ’22, για λόγους που έχουν να κάνουν με την αρχιτεκτονική της απελπισίας, οι ανέστιοι, οι διωγμένοι και οι κυνηγημένοι προτιμούν την περιοχή. Ανερχόμενος την Παύλου Νιρβάνα θα δεις ανθρώπους από την Ερυθραία, Γεωργιανούς, Σύρους και Αλγερινούς, οι οποίοι «κατέλαβαν» την περιοχή όταν την άφησαν οι Αλβανοί που πρόκοψαν και άλλαξαν γειτονιά.
Οσο προνομιούχος και να ήταν ο Νιρβάνας, θα καταλάβαινε την ιστορική ειρωνεία ακούγοντας στην οδό που φέρει το όνομά του και ρωσικά, αφού στη Ρωσία είχε ο ίδιος γεννηθεί. Τώρα όπως ανεβαίνεις την ανήλιαγη οδό μπερδεύονται οι μυρωδιές από τις κατσαρόλες που βράζουν μπορς με ήχους από μύλους που αλέθουν χούμους. Οχι, τα πανηγύρια της ακοής, της όσφρησης, της όρασης δεν οδηγούν σε καμιά νιρβάνα. Δεν υπάρχει καμιά γραφικότητα. Η οδός Νιρβάνα είναι η στενωπός της οικουμένης που οδηγεί… σε νέες ανηφοριές.
Θυμάμαι τη διήγηση του Νιρβάνα που βλέποντας κάθε μέρα, την ίδια ώρα, τον Παπαδιαμάντη να κατηφορίζει με ασυγκράτητη βιάση, στο τέλος της δουλειάς του στην εφημερίδα, τον ρώτησε κάποτε πού τρέχει έτσι βιαστικός κι εκείνος απάντησε «να προλάβω να δω το ηλιοβασίλεμα». Στους ασυνάρτητους καιρούς μας πολλοί θα αντιλαμβάνονταν την παπαδιαμαντική κυριολεξία ως ακατανόητη μεταφορά αλλά οι σκέψεις αυτές με έφεραν στο τέλος της ανηφοριάς.
Εβγαινα από τον τσιμεντένιο αποχετευτικό αγωγό που τον λένε δρόμο, έφτανα στην Ολυμπιάδος κι εκεί στη διασταύρωση, μέσα στη χαύνωση της καλοκαιριάτικης κάψας, σταματημένος ο Παπαδιαμάντης μού ένευσε να σταματήσω και να δω: ένα παραθύρι, με απλωμένη μπουγάδα ασπρόρουχων να στεγνώνουν στο πεζοδρόμιο, ένα παραθύρι-μπαλκόνι για τους ενοίκους, ένα με τον δρόμο, μιας γκαρσονιέρας που ποιος ξέρει πόσα άτομα φιλοξενεί, ένα παράθυρο που κοιτάζει μόνο τον απέναντι τοίχο, κι όμως, οι ένοικοι είχαν κρεμασμένες δυο γλάστρες με ολοπόρφυρα χωνάκια, ενώ στο ελάχιστο περβάζι καμάρωναν τρεις πλατύφυλλοι αγιορείτικοι βασιλικοί. Ισια κάτω η Νιρβάνα μια ξεραΐλα. Τελευταία μεν, αλλά αντίσταση οπωσδήποτε στην ισοπέδωση τούτο το παραθύρι. Μπορεί να φταίει η ζέστη, αλλά σαν να είδα τον Παπαδιαμάντη να βάζει τον δείκτη του χεριού στον κρόταφό του, «κατάλαβες;», σε μια κίνηση, η κυριολεξία της οποίας δεν χρειαζόταν μετάφραση.
