Αντιγράφω από προσωπικό ημερολόγιο: «Δευτέρα, 4 Μαΐου 2020, 5.47 π.μ. Καιρός ελαφρώς νεφελώδης. Καλεσμένος για μεσημέρι σε συγγενικό σπίτι στα Εξάρχεια. Αν βρέχει, θα το αναβάλω· πρώτη μέρα ελεύθερης κίνησης, μετά από σαράντα και πλέον περιορισμών, σε λεωφορείο είτε ταξί δεν μπαίνω με τίποτα. Καλού-κακού πάντως μάζεψα το πάπλωμα από τα κάγκελα.
Σαν παιδί της φύσης –ο Μόγλης της πόλης!– τη βροχή τη μυρίζω όταν έρχεται. Πρώτη γουλιά καφέ (φίλτρου). Η σκέψη πετάχτηκε στην Αμερική, περίπου τέτοια εποχή, πέρσι· οι καλύτεροι καφέδες φίλτρου που έχω πιει στη ζωή μου· καυτοί· τόσο ζεματιστούς δεν έχω πιει πουθενά αλλού. Κι είναι αυτός ο καφές, ο ζεματιστός, που μου ταιριάζει! Αναμνήσεις…
»Βγαίνω τώρα, 5.58 και βλέπουμε… 6.06. Μόλις βγήκα, δεν πήγα μέχρι την πρώτη γωνία, στο παρκάκι, το Βρυσάκι, έπιασε βροχή! Σκέφτηκα αμέσως την παροιμία: Στον καταραμένο τόπο Μάη μήνα βρέχει! Εκανα μεταβολή· δεν ήταν και για παζάρια. Και πάλι βλέπουμε… Είμαι από τους σεβαστής ηλικίας που και έχουν και μπορούν ακόμα να κάνουν δουλειές στο σπίτι. Οσο και αν τώρα με τα κορονοϊκά, τους ευπαθείς πληθυσμούς και λοιπά, τους άνω των 70 –σε άλλα κράτη, τους άνω των 65– περίπου μας έχουν κατατάξει στους πάσχοντες από υποκείμενο νόσημα (στο κορονοϊκό λεξιλόγιο και αυτός ο όρος· πρώτη φορά τώρα τον άκουσα).
»Μπόρα ήταν εν τέλει. Ξαναβγαίνω! Ελπίζω να μην τα κάνω μούσκεμα! 6.19. Ξανάπιασε βροχή. Το ξαναβλέπουμε. Τώρα, 6.22, ρίχνει καρεκλοπόδαρα! 6.35. Βγήκα. Στο επόμενο κύμα βροχής –μικρό ευτυχώς– προστατεύτηκα στο στέγαστρο στάσης λεωφορείου στην Πανεπιστημιούπολη. Συνέχισα. Διακόσια-τριακόσια μέτρα μετά τη γέφυρα της Κατεχάκη, ψιχάλες. Ελεγξα τον καιρό περισκοπικά. Εκανα μεταβολή, σκεπτόμενος: Σοφό να προβλέπεις τον καιρό, ηλίθιο να περιμένεις από τον καιρό να σε προβλέψει…».
