Αντιγράφω από προσωπικό ημερολόγιο: «Πέμπτη, 19 Μαρτίου, 10:05 πμ. Μεγαλείο η μαργαρίτα μου· ολάνθιστη· μοβ. Ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια την έχω· τέσσερα-πέντε! Ομως την έχω πάρει με καλό μάτι· δεν αφήνω τίποτα ξερό πάνω της· εκτός από τα καλοκαίρια που λείπω· της λέω και κάτι “μωρό μου”, “κούκλα μου”· την καλοπιάνω· κι άμα καλοπιάνεις τα φυτά, σε καλοπάνε κι αυτά.
»Περπάτησα δυο ώρες και. Ανετα. Ενιωσα αρκετά δυνατός· στα… high μου· σωματικά και πνευματικά. Τα έχουμε ανάγκη και τα δυο, όλοι. Γνωστός, στο περπάτημα, ουδείς· σχεδόν μόνος. Οι δε γεγηρακότες, άπαντες απόντες. Στην τράπεζα, στο ΑΤΜ, ούτε εξ αποστάσεως άλλος αναλήπτης. Από την τελευταία φορά, πριν από είκοσι μέρες, έχω ξοδέψει ελάχιστα. Αλλο ένα “όφελος” από τον κορονοϊό!
»Στο σουπερμάρκετ: μόνο μία πόρτα είσοδος και έξοδος, δυο υπάλληλοι, νέα παιδιά, στην είσοδο, με μάσκες, μοίραζαν χαρτάκια προτεραιότητας· ήμουν ο αριθμός 6. Πιάσαμε και την αρίθμηση τώρα! Στην πόρτα του ασανσέρ, επιγραφή: “Παρακαλούμε, μόνο ένας πελάτης κάθε φορά”. Κατέβηκα από τη σκάλα. Ψώνισα τα αυστηρώς απαραίτητα: ψωμί διαρκείας για τοστ, ελιές, λεμονάδα, στην οποία στύβω, αναλόγως, λεμόνι (της λαϊκής) ή νεράντζι (του πεζοδρομίου· γεμάτες οι νεραντζιές αυτή την εποχή!) και βουτηματάκια· σύνολο: 7,76 ευρώ. Παραμονή, πέντε λεπτά.
»Πρέπει να τα ξαναδούμε όλα αυτά: πώς ήμασταν πριν από τον κορονοϊό, πώς ζούσαμε, πώς και τι καταναλώναμε. Αν μη τι άλλο, μες στο κακό και την ανησυχία, μας δίνεται η ευκαιρία για ανακεφαλαιώσεις, είθε και αναθεωρήσεις. Ωστε, όταν με το καλό βγούμε από το λούκι –που θα βγούμε!–, να έχουμε κάτι αποκομίσει από τη δοκιμασία, ωφέλιμο και δημιουργικό, για τις μέρες, τις “ειρηνικές” που θα έρθουν».
ΥΓ. Μήπως το βλέπανε να σταματήσουν και τις παρελάσεις, εσαεί;
