Τακτοποίησα τον σάκο επιστροφής, έβαλα μέσα και τέσσερα μεγάλα νεράντζια του κήπου, πρωτόβγαλτα, να κάνω γλυκό κουταλιού και βγήκα στην αυλή να ταΐσω τις γάτες, που μεγαλοπρεπώς αποκαλώ «κυρίες της αυλής». Οι «δικές» μας είναι δύο, αλλά συνολικά, όποτε βρίσκομαι στο χωριό, ψωνίζω για πεντέξι. Ονομα όμως έχουν μόνο δύο: Η Ρενουάρ, η παλαιότερη, που τη βγάλαμε Ρενουάρ, από βυζανιάρικο, για τα πολλά της χρώματα∙ κορίτσι… πρόκυψε αργότερα! Και η Ωραία, μια πανέμορφη γκρι με γαλάζια μάτια, που από πέρσι, με τους εγγονούς μου, για λόγους ιδιαίτερους, στο Ωραία προσθέσαμε και το Χριστίνα.
Αποβραδίς, σε ταβέρνα του χωριού φάγαμε ωραιότατα μπαρμπούνια από τα δίχτυα του ταβερνιάρη. Περίσσεψε ένα και το πήρα για δώρο στην Ωραία Χριστίνα. Διότι ο ρατσισμός και οι φυλετικές διακρίσεις… διακρίνουν όλο το ζωικό βασίλειο: τετράποδα, δίποδα και… πολύποδα∙ τα τελευταία δε, είναι και τα πιο επικίνδυνα, διότι σου βάζουν έξυπνες τρικλοποδιές! Μη σου τύχει π.χ. ρατσίστρια σαρανταποδαρούσα. Την έβαψες!
Η Ωραία Χριστίνα, προτού προλάβω να βάλω το μπαρμπούνι στο πιατάκι, το εξαφάνισε. Δεν άφησε ίχνος. Το τέλειο έγκλημα! Ετσι εννόησα το παροιμιώδες πως η γάτα, όταν βλέπει άνθρωπο να τρώει μπαρμπούνι, κλαίει, γιατί ξέρει ότι δεν θα μείνει λέπι! Θεώρησα όμως το μπαρμπούνι λίγο και έκανα το λάθος να το συμπληρώσω με τροφή… συσσιτίου. Οχι μόνο δεν την άγγιξε, αλλά με κοίταξε, πρώτα με περιέργεια και μετά με περιφρόνηση και ώχετο απιούσα, όπως έλεγαν οι αρχαίοι το σημερινό «την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια». Η Ρενουάρ, που είναι και η πιο φαγανή, με την μπόλικη γατοτροφή συσσιτίου που της έβαλα, έγλειψε το πιάτο.
Με τον σάκο στην πλάτη πήρα βαθιές ανάσες, ξεχείλισα από ανοιξιάτικα αρώματα και μπήκα στο αυτοκίνητο. Βέβαιος για την… αβεβαιότητα που με περίμενε. Κάποιος θα ταΐζει τις γάτες…
