Γνωστός εξ όψεως από τους πρωινούς περιπάτους στον Υμηττό. Λέμε μια καλημέρα. Επέστρεφα. Τον είδα από μακριά. Στεκόταν ακίνητος. Τα χέρια σταυρωμένα στο ραβδί, το σαγόνι στα χέρια, κοιτούσε απλανώς κατά τον Νότο, κατά τη θάλασσα. Μου θύμισε τσοπάνο, που δεν βλέπει τα πρόβατα που βόσκουν γύρω και αφήνει το βλέμμα του να χάνεται σε κάποιο βάθος, απροσδιόριστο. «Ρεμβάζουμε!» ρώτησα θαυμάζοντας, καθώς προσπερνούσα σχεδόν τρέχοντας. «Ναι, ναι… Ρεμβάζω… Τη φύση… Το πρωινό!», απάντησε πρόθυμα, καλοσυνάτα. Εφτά-εφτά και τέταρτο υπολόγισα την ώρα.
Σκέφτηκα ότι χθες και προχθές έγραφα για σύγχρονες πόλεις και πώς μπορούν να γίνουν βιώσιμες, όταν πνίγονται στο καυσαέριο, στην κυκλοφορία, στα χίλια δυο και στα φώτα, ολονυκτίως. Αντε μετά να δεις ουρανό ξάστερο. Και πού, γωνιά και θέαμα, να ρεμβάσεις; Εψαξα τις λέξεις. Τις παλιές. Γύρισα στο σπίτι και, μετά το μπάνιο και τον καφέ, άνοιξα ένα λεξικό παλιό, της αρχαίας γλώσσας, ένα τρίτομο, του 1887. Το βρήκε ο μεγάλος μου αδελφός και μεγάλο ψαχτήρι βιβλίων εξ απορριμμάτων.
Ανοιξα τον τρίτο τόμο. Ρέμβη, η, γένους θηλυκού, μόνο εις ενικόν. Ολα τα καλά είναι γένους θηλυκού εντέλει. Ρέμβω, το ρήμα, λέξη πρώτα της φυσικής: γυρίζω, περιστρέφω κυκλικώς· ρεμβών: κυκλοτερής κίνηση, περικύκλιση, εξ ου και ρυμβών: ρόμβος. Μετά την έβαλαν στην ιατρική, πρώτα ο Ιπποκράτης, κατόπιν ο Γαληνός: ρεμβίη: η πλάνη. «Ρέμβεται η λέξις»· είναι αμφίβολη η σημασία της, στον Εμπεδοκλή. Ρεμβός, περιφερόμενος, περιπλανώμενος, αλήτης, «ρεμβή ψυχή», στον Μάρκο Αυρήλιο. Περίπου σε αυτές τις εκδοχές μάς την παραδίδει τον 5ο μ.Χ. αιώνα ο Αλεξανδρινός Ησύχιος: «Συναγωγή πασών λέξεων…».
Από τον Μεσαίωνα κι εδώ ρέμβη, ρεμβάζω, ρεμβασμός και άλλα όμοια παίρνουν πια τη σημασία που τους δίνουμε σήμερα: αυτό που έκανε ο χθεσινός ρεμβώδης.
