Επίτηδες έβαλα το «μικρά» στην… παλαιά γραφή∙ ας πούμε, από διάθεση νοσταλγική μιας Αθήνας που δεν υπάρχει πια, αλλά μας τη θυμίζουν δρόμοι παλιοί και σπίτια που επιμένουν να διακινούν, όχι μόνο φορτία μνήμης, αλλά και παρουσίας ζώσας. Η μικρά οδός Παπατσόρη είναι ένας δρομάκος στο Τέρμα Ιπποκράτους, στην παλιά… Νεάπολη∙ κάθετος στη Μαυρομιχάλη, «σκάει» πάνω στο καλοκαιρινό σινεμά Παναθήναια (τα νέα, τα παλιά Παναθήναια, που έδωσαν το όνομα στην ευρύτερη περιοχή της Αλεξάνδρας και δεν υπάρχουν πια εδώ και πέντε δεκαετίες, ήταν στην έξοδο της Χαριλάου Τρικούπη).
Τόσα χρόνια που κινούμαι (έζησα κι ένα χρόνο προτού παντρευτώ) στη Νεάπολη και τα Εξάρχεια (χιλιάδες χιλιόμετρα οδοιπορίας!) δεν έτυχε να προσέξω έως τώρα την οδό Παπατσόρη. Την πρόσεξα την περασμένη Παρασκευή, επειδή μου τράβηξαν το ενδιαφέρον τα σπίτια της. Στάθηκα, μασουλώντας ένα σάντουιτς, και τα ρέμβαζα. Παλιά και καλοδιατηρημένα τα περισσότερα, άνετα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μικρό, ανοιχτό μουσείο αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, τουλάχιστον, ενός αιώνα, όπως υπολόγισα από τις γραμμές τους που μπόρεσα να διακρίνω. Θαύμασα, αλλά σε λίγο είχα ξεχάσει.
Την Κυριακή, εφτά παρά, στο πρώτο δρομολόγιο της γραμμής Κηφισιά-Φάληρο, διάβαζα ένα βιβλίο για την πρώτη οθωνική περίοδο έως τη συνταγματική επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Επεσα πάνω στον τρισάθλιο αντιβασιλέα, κόμη Αρμανσμπεργκ (ίδια και χειρότερη ήταν και η γυναίκα του), που διέταξε –με μία «συνωμοσία» στημένη από τον ίδιο– το 1833 αθρόες συλλήψεις οπλαρχηγών της Επανάστασης, με πρώτο τον Κολοκοτρώνη. Είδα λοιπόν, μεταξύ πολλών, και τους αδελφούς αγωνιστές Αδάμ και Αναγνώστη Παπατσωραίους (με ωμέγα) από την Κυπαρισσία. Δεν είναι προς τιμήν τους η οδός Παπατσόρη. Είναι όμως προς τιμήν του πατέρα τους, Δημήτρη Παπατσόρη, κληρικού, αγωνιστή, οπλαρχηγού και, μετέπειτα, εθνοσύμβουλου, από την Τριφυλία. Τι μπορεί να «κρύβει» ένας δρομάκος, μία μικρά οδός με… μακρά πορεία…
