Κυριακή μεσημέρι έπαιζε ο μικρός εγγονός μου ποδόσφαιρο στη Βούλα. Καλός καιρός (μετά από περίοδο βροχών τύπου… μουσώνες Ινδικού). Τελειωμένες οι δουλειές, χωρίς εκκρεμότητες. Είπα να πάρω το 550 Κηφισιά – Φάληρο, να κατεβώ στο τέρμα, στη μαρίνα Φλοίσβου, κι από κει να περπατήσω παραλιακά και κάποια στιγμή να συνεχίσω με το τραμ για τη Βούλα.
Δεν περπάτησα απλώς. Με το «άντε λίγο ακόμα… και ακόμα λίγο…», περπάτησα στην παραλία και με το παραπάνω. Η «κάποια στιγμή» ήρθε βέβαια, αλλά μετά από δύο ώρες και δέκα λεπτά· μετρημένα, με το ρολόι. Είχα πλέον φτάσει στη Γλυφάδα· την οποία είχα να επισκεφτώ κάποια χρόνια· σίγουρα… προ τραμ. Εκεί πήρα και το τραμ. Δεν θα το έπαιρνα, είχα σκοπό να συνεχίσω μέχρι Βούλα (όλα με τη βούλα που λέμε…). Αλλά ήμουν στον χρόνο οριακά.
Βοήθησε και ο καιρός σ’ αυτό το αυτοσχέδιο «αλήτεμα». Προς το τέλος, είχα βγάλει μπουφάν και φούτερ και περπατούσα με το φανελάκι· ούτε καλοκαίρι. Και κόσμος στην παραλία, στη θάλασσα, στην αμμουδιά, πολύς· κολύμπι, ρακέτες· αδιαχώρητο· όλα τα πάρκινγκ, μετά το μεσημέρι που περπάτησα, γεμάτα και τα «τραπεζάκια έξω», γεμάτα κι αυτά! Ψευδαίσθηση καλοκαιριού. Ηταν κι ανοιχτά τα μαγαζιά κυριακάτικα.
«Τι διάολο γίνεται;», απόρησα. «Δεν χειμωνιάζει ποτέ σ’ αυτόν τον τόπο;». «Χειμωνιάζει και παραχειμωνιάζει, αλλά διαφορετικά!», απάντησε μέσα μου η πάντα άγρυπνη δεύτερη συνείδηση που γεννήθηκε για να με βασανίζει. «Αθώε!», μου ψιθύρισε. «Αφελή! Δεν βλέπεις τον Τραμπ, τον Μπόρις Τζόνσον, τον Ερντογάν, τον Βορίδη, τον Μαρκόπουλο…».
«Ποιος είναι αυτός;», απόρησα για τον τελευταίο. «Κάτι σαν τον Βορίδη, στο πιο πριμιτίφ!», απάντησε. «Απολαμβάνουν το ξύλο αμφότεροι, φτάνει να το τρώνε άλλοι…», κατέληξε, ακριβώς την ώρα που ο διαιτητής σφύριζε το εναρκτήριο λάκτισμα…
