Την είδα θάλασσα την Κυριακή. Μαλιστα, την έπαιξα σε στοίχημα· όπως λέμε: κορόνα – γράμματα. Βγήκα από το σπίτι κατά τις εφτά, με πρώτη σκέψη να κάνω τον μεγάλο περίπατο της Κυριακής: Παγκράτι – Ακρόπολη – Φιλοπάππου – Θησείο – επιστροφή από Πλάκα – Ζάππειο. Κατηφορίζοντας προς το Στάδιο, στοιχημάτισα: Αν περνάει, σε δύο-τρία λεπτά, το 550 Κηφισιά – Φάληρο, πάω θάλασσα. Αλλιώς συνεχίζω κανονικά (επιστρέφω, δηλαδή, στην… κανονικότητα).
Το 550 περνούσε, ακριβώς ό,τι έφτανα στη στάση· λαχείο! Υπήρχαν και θέσεις. Εφτασα στο Φάληρο, ακριβώς τη στιγμή που ανέτελλε ο ήλιος από τον Υμηττό. Λιακάδα, αλλά ήταν και κάτι σύννεφα κατά τον Νότο, που όπως τα χάιδευε ο ήλιος, έδιναν κι αυτά τη χάρη τους στο τοπίο. Ηρεμη θάλασσα, με ψαράδες του καλαμιού και της πετονιάς. Αλλά και κολυμβητές: Δυο-τρεις στον Φλοίσβο κι ένας-δυο που μπαινόβγαιναν. Αλλοι τόσοι στον Μπάτη (όπου συνηθίζω να κολυμπάω· όχι Δεκέμβριο βέβαια!). Περισσότεροι: πεντέξι, στο Καλαμάκι, στην πλαζ, που είναι στέκι χειμερινών κολυμβητών.
Πρόσεξα πως, τουλάχιστον χθες, η πλειονότητα είναι γυναίκες· κάποιες… τα έχουν και τα χρονάκια τους. Υποκλίνεσαι! Πρόσεξα κι έναν τύπο, που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση μουρμουρίζοντας. Οπως με πλησίασε, κατάλαβα ότι δεν μουρμουρούσε απλώς, έψελνε, ένα τροπάριο… μετανοίας! Είδα επίσης (νομίζω για τρίτη φορά…) τη μεγάλη προκυμαία, μετά τη μαρίνα Καλαμακίου, πάλι κατεστραμμένη· κάθε φορά τη φτιάχνουν και ξαναχαλάει· ούτε Γιοφύρι της Αρτας!
Πήρα το τραμ από Καλαμάκι. Μας κατέβασε μια στάση πριν από το (νέο) τέρμα της Κασομούλη, στην Μπακνανά. «Κάποιο πρόβλημα» είπε η οδηγός. «Ελλάδα! Ολο και κάπου θα παρουσιάζεται “κάποιο πρόβλημα”!», οργισμένος ο επιβάτης, με το δίκιο του. Ετσι έμαθα πως ο άγιος Μιχαήλ Μπακνανάς (Πακνανάς) ήταν Αθηναίος κηπουρός, πιστός που μαρτύρησε, σφαγιασθείς από Οθωμανούς, ομολογώντας «Δεν τουρκεύω», 1771.
