Είναι απίστευτο, όταν το παρακολουθείς από κοντά, μη έχοντας τι άλλο να κάνεις, πόσο παραστατικά σαφής είναι η γλώσσα των χειρονομιών. Η οποία και με οδήγησε στη συγγραφή του ακόλουθου σεναρίου:
Βαγόνι του Ηλεκτρικού, οχτώ το πρωί, Σάββατο (αδιάφορο: πάω να δω τον μικρό εγγονό μου στην μπάλα). Αντικριστά καθίσματα. Στο απέναντι, δύο κυρίες, στη μέση της ηλικίας. Ρωσίδες· γενικά· παλιά θα λέγαμε: πολίτισσες της Σοβιετικής Ενωσης. Η μια, ξανθιά, μέσου βάρους, η άλλη, κάπως στρουμπουλή με χαρακτηριστικά ασιατικά. Η ξανθιά, ροδάνι το στόμα της, ακατάπαυστη. Η άλλη, ακούει με μεγάλο ενδιαφέρον, κατανεύοντας πότε πότε, αλλά χωρίς λέξη.
Η ομιλητική, συγχρόνως χειρονομούσε και ομιλητικά. Τόσο που, παρακολουθώντας, χέρια και συνοδευτικές κινήσεις του σώματος, κατάλαβα όσα κατάλαβε και η ακροάτριά της! Της έλεγε για κάποια γνωστή τους. Η οποία, όπως φαίνεται, ήταν ψηλομύτα και κάπου σαν να μεγαλοπιανόταν. Αλλαξε γειτονιά. Παρακολουθούσε μαθήματα οδήγησης. Ντυνόταν κοκέτικα (εδώ οι χειρονομίες έγιναν θεατρικές). Καλλωπιζόταν (έπιασα μια λέξη: make up). Ετρεχε στα ινστιτούτα (ακόμα μια λέξη: institute). Αλλά τι τα θες… η περί ης ο λόγος –που όπου και να ήταν εκείνη την ώρα θα είχε πνιγεί στον λόξυγκα!– είναι πια στο πρώτο σκαλί του… γηροκομείου (μόνη ελληνική λέξη: γεροκομείο· άκλιτο, και τι να κλίνεις, εδώ που τα λέμε…). Εκεί, σ’ αυτή τη… διαπίστωση, γελάσανε και οι δύο με την ψυχή τους…
Επίλογος: Το «θάψιμο», από την άγνωστη που έβλεπα της άλλης άγνωστης που δεν θα έβλεπα ποτέ μου, κράτησε από τον σταθμό Βικτώρια μέχρι τον σταθμό Ειρήνη που κατέβηκα. Οι κυρίες που μου κράτησαν συντροφιά, υποθέτω, όπως ήταν ντυμένες (καθημερινό, περιποιημένο ντύσιμο), με μια τσάντα, μεγάλη, από μαύρη δερματίνη καθεμιά, μάλλον θα κατέβαιναν στο ΚΑΤ…
