Από το ημερολόγιό μου: «Εγραφα μεν στις έξι το πρωί για “υγρασία 80%, αλλά χωρίς ομίχλη”. Ομως στις εφτά, από την ομίχλη δεν έβλεπες τη μύτη σου. Για τον άνθρωπο της υπαίθρου η επαφή με τη φύση και η γνώση της είναι όρος επιβίωσης. Ο άνθρωπος όμως που γεννήθηκε και ζει στην πόλη, είναι έως απίθανο να ξέρει από “χούγια” της φύσης.
»Μέχρι την Τρίτη λοιπόν, ως αδαής… αστός, πίστευα (μεταφυσικά…) πως η ομίχλη είναι ένα κάτι άυλο, με εμφάνιση νεφελώδη, που, παραδόξως, υγραίνει τα καπό των αυτοκινήτων! Είχα την τύχη να βγω στην αυλή του σπιτιού για να γυμναστώ (το παθαίνω και αυτό στα πολλά…), με ομίχλη, όμως ακριβώς τη στιγμή που την εμβόλιζαν οι πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες. Είχα τότε την ευκαιρία –και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου– να δω και να “πιάσω” ομίχλη.
»Εκπληκτος διαπίστωσα ότι η ομίχλη δεν είναι άυλο νεφέλωμα που με τον ήλιο διαλύεται. Είναι μια χαρά νεράκι, υδρογόνο δύο, οξυγόνο, που το μάτι δεν το διακρίνει στη συννεφιά. Ομως, όταν διαπερνούν την ομίχλη ηλιαχτίδες και έχεις τον ήλιο κόντρα, τότε βλέπεις πως αυτό που βρέχει τα καπό των αυτοκινήτων είναι βροχή αλλά στη μικρότερη (θα έλεγα αδόκιμα, μην κάνουμε και τους υδρολόγους!) μοριακή σύσταση που την κάνει… τοπίο στην ομίχλη.
»Με αυτή τη γνώση πλέον, υπερήφανος που κατάλαβα ό,τι έπρεπε να είχα καταλάβει από τα φασκιά, τράβηξα για την πλατεία του χωριού και του Μανώλη τον καφενέ. Τρεις πελάτες κι ο καφετζής. Είπαμε για τα μικρά και τα μεγάλα μας. Μιλήσαμε και για τον καιρό… Και τότε είπε ο Μανώλης: “Εμείς ελπίζοντας κι ο καιρός διαβαίνοντας! Ετσι λέγαν’ οι παππούδες μας…”».
