ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι λίγες οι φορές που θυμάμαι τον «κύριο Μύτο» του Γκόγκολ, καθώς βλέπω συχνά -πολύ συχνά- να «σηκώνουμε τη μύτη μας». Σε θέματα μικρά και μεγάλα. Από την καθημερινότητά μας ώς την τελευταία δραματική κατάσταση στα δάση του Αμαζονίου. Εστω και αργά ξεσηκώθηκαν οι μεγάλες δυνάμεις να υπερασπιστούν τον πλανήτη. Κι ας δρομολόγησαν την επικίνδυνη τροπή της κλιματικής αλλαγής για την οποία ολοφύρονται τώρα.

Στον «Μύτο» τα πάντα είναι φανταστικά, καθώς κάποια στιγμή η μύτη του δικαστικού παρέδρου Κοβάλιοφ -ο οποίος έχει περί πολλού τον εαυτό του και ψάχνει νύφη ακριβή- αποφασίζει να «αυτονομηθεί» και αποκτά δικό της σώμα και προσωπικότητα. «Ετούτο το απρόοπτο έφερε τον Κοβάλιοφ σε απόγνωση. Εφυγε προς τα πίσω και για μια στιγμή κοντοστάθηκε κάτω από τη σειρά τις κολόνες, ψάχνοντας με έντονη προσοχή προς όλες τις κατευθύνσεις, μπας και θα ‘πιανε με το βλέμμα τον Μύτο. (…) Θεέ μου και Θεούλη μου! Γιατί να μου συμβεί ετούτο το κακό; Αν ήμουν κουλός ή κουτσός, θα ήταν καλύτερα.

»Αν ήμουν και χωρίς αφτιά, απαίσιο βέβαια πράγμα, αλλά πάλι πάει κι έρχεται· όμως άνθρωπος δίχως μύτη, ένας διάολος ξέρει με τι να μοιάζει ετούτος: πουλί, δεν είναι πουλί, πολίτης, πάλι, δεν είναι – άρπαξέ τον, δηλαδή, στα χέρια σου και πέτα τον έξω από το παράθυρο! Τουλάχιστον να μου την έκοβαν στον πόλεμο είτε σε καμία μονομαχία, είτε -στο κάτω της γραφής- να έφταιγα εγώ ο ίδιος…».

Ο Κοβάλιοφ είναι σε κατάσταση απελπισίας, αναθεωρεί τη ζωή του, την καριέρα του, τις σχέσεις του με τους ανθρώπους, αλλά… όταν η μύτη «επιστρέφει» στη θέση της ξαναγίνεται ο επηρμένος άνθρωπος που πάντα ήταν. Ο Γκόγκολ, σ’ αυτό το αριστουργηματικό διήγημα, ξεσκέπασε την ψευτιά, την υποκρισία, τη χυδαιότητα και τους περιορισμένους ορίζοντες της ανθρώπινης ανοησίας.

Δειλά, πολύ δειλά ακόμη, είναι τα βήματα της παγκόσμιας κοινότητας προς τη δημιουργία σταθερών προϋποθέσεων για να αλλάξουν δρόμο οι πολιτικές, ο τρόπος σκέψης και δράσης. Μόλις οι φωτιές σβήσουν, μόλις η διεθνής κοινή γνώμη σταματήσει να ασχολείται, η πεσμένη «μύτη» τους επανέρχεται στη θέση της και οσμίζεται άλλου είδους ακριβά αρώματα σαν αυτά του χρήματος και του συμφέροντος.

Και… ας σώσουν οι άλλοι τον πλανήτη. Φαίνεται τελικά πως είχε δίκιο ο Ορσον Ουέλς όταν έλεγε πως «η υποκρισία είναι τόσο παλιά όσο το δέντρο της Εδέμ». Τότε χάσαμε μια φορά τον παράδεισο, τότε «θεοποιήσαμε», ομορφύναμε το αμάρτημα για να συνεχίσουμε να ζούμε… Τώρα; Ποιον τρόπο θα βρούμε άραγε να δοξάσουμε την ανυπολόγιστη καταστροφή;