Γατούλα, άσπρη, όμορφη, προσκολλήθηκε στο σπίτι αυτοβούλως πρωίαν τινά. Δεν πτοήθηκε ούτε από το γάβγισμα και το κυνηγητό της Μάντης ούτε από τη μάνικα με νερό και την απειλή με καλάμι εκ μέρους μου. Η πλάκα είναι ότι, καθώς μπαινόβγαινα στην κουζίνα τακτοποιώντας διάφορα, μια στιγμή είδα τη γάτα μπροστά στον νεροχύτη να χουζουρεύει του καλού καιρού και τη Μάντη σε μια γωνιά κουλουριασμένη να έχει αποδεχτεί τη μοίρα της.
Με πιάσανε γέλια προτού την ξαναδιώξω, ενώ, λίγο μετά, τρώγοντας το πρωινό μου στην αυλή, μ’ ένα σάλτο ανέβηκε στο τραπέζι. Είχε ξαναφανεί πριν από μέρες, μου είπαν, αλλά την άλλη μέρα εμφανίστηκε ζευγάρι που την αναζητούσε και την πήρε. Ετσι γίνεται με τις αδέσποτες γάτες του χωριού· έγινε και με μας κάποτε: όσοι παραμένουν στο χωριό, αναγκαστικά «υιοθετούν» γάτες αναχωρούντων, αρκετές από τις οποίες, λόγω πολλαπλής αναδοχής «γονέων», έχουν και πολλά ονόματα.
Μια Τζίτζη, για παράδειγμα, φίλη και ανάδοχος τη «μοιράζεται» με γειτόνισσα, Γαλλίδα, που έχει βαφτίσει την Τζίζη, Κλοντέτ. Παλιά, γάτα της αυλής μας, που τη βαφτίσαμε Ρενουάρ για τα πολλά της χρώματα, αλλά απεδείχθη θηλυκιά, οπότε αλλάξαμε φύλο στον διάσημο ζωγράφο (τότε έμαθα πως οι γάτες «εμπριμέ», βάσει νόμου γενετικής, του Μέντελ, ουδέποτε είναι γάτοι!). Αναζήτησαν κάποτε τη Ρενουάρ δύο αδελφάκια. Τη φώναξαν Μαριώ ή κάτι ανάλογο σε φολκλόρ και η Ρενουάρ ανταποκρίθηκε! Εμφανίζεται ακόμα πότε πότε στην αυλή, τετράπαχη, οικεία, καμιά δεκαριά χρόνων πια· από τις ελάχιστες «ανεξάρτητες» στο χωριό με τόση μακροβιότητα.
ΥΓ. Η όμορφη λευκή γατούλα επανήλθε περί τα τέλη Αυγούστου, αλλά στη διπλανή αυλή· τη βρήκε καλύτερη προφανώς. Τώρα –γάτος πια όπως απεδείχθη εντέλει!– είναι δημότης Μελισσίων, σε καλά χέρια!
