Κοντά στη φύση, του Νοτίου Πηλίου, καιρό. Περπατάω, παρατηρώ, ρωτάω, μαθαίνω. Η σκέψη κολλημένη στις δύο οικουμενικές περιβαλλοντικές καταστροφές του φετινού καλοκαιριού, με ανυπολόγιστο κόστος: Τις πυρκαγιές στη Σιβηρία και τον Αμαζόνιο. Και σε μία λεπτομέρεια τοπικής εμβέλειας: Ενα πλαστικό ποτηράκι του καφέ, με υπόλειμμα καφέ και το καλαμάκι στην οπή του πώματος, πεταμένο στην άκρη του δρόμου. Αλλά για το τελευταίο, αύριο. Συγγενεύουν πιστεύω τα δύο. Από το πλαστικό ποτηράκι του καφέ που το πέταξε στο δρόμο από παράθυρο αυτοκινήτου ανθρώπινο χέρι, μέχρι τις πυρκαγιές, που δεν οφείλονται σε φυσικά αίτια και είναι αυτό που λέμε «ανθρωπογενείς», η απόσταση είναι ελάχιστη· ένα βήμα, ένα δευτερόλεπτο.
Εως τώρα, γνώριζα την αγράμπελη μόνο από την ποίηση, ιδίως τη δημοτική. Εχει και μιαν «αγράμπελη» ο Παλαμάς στη μετάφρασή του στο «Ελληνόπουλο» του Ουγκώ (με ωμέγα ήταν τότε που μας το μάθαιναν στο γυμνάσιο ο Ουγκώ). Στο εξής θα λέω την αγράμπελη γιασεμί της άγριας φύσης (όχι μόνο ελληνικής). Το περασμένο καλοκαίρι, πάλι στο Πήλιο, πρόσεξα στις πορείες μου κάτι λευκά λουλουδάκια σαν γιασεμιά (με άρωμα διακριτικό, ας το πω μελιού) σκαρφαλωμένα σε θάμνους και δέντρα, αναρριχώμενα.
Ηθελα να ρωτήσω και όλο ξεχνούσα. Την Πέμπτη, 29 Αυγούστου, περνώντας από την πλατεία του χωριού, πρωί, ρώτησα στο καφενείο περιγράφοντας το φυτό και τα «γιασεμάκια» του. «Πρέπει να λες την αγράμπελη…» παρατήρησε ο Στάθης (φίλος καλός). «Μόνο που αυτή ανθίζει Ιούνιο!». Φαίνεται πως έχει και όψιμη ανθοφορία, γιατί βρήκα στο δρόμο μία ανθισμένη, έκοψα ένα κλαδί, το έδειξα στο καφενείο και, ναι, ήταν αγράμπελη. Αγρεμπελίνα τη λένε στο Νότιο Πήλιο. Απόρησαν μάλιστα, πώς την πέτυχα ανθισμένη στο κατώφλι του φθινόπωρου. Ζήτημα τύχης!
