Τη μέρα που βγήκαν τα αποτελέσματα των πανελλήνιων εξετάσεων δεν είχε καμία αγωνία γιατί ήξερε -ήταν σίγουρο- ότι δεν θα έχει περάσει. Ηταν η τρίτη φορά. Είχε πει σε όλους πως δεν τον νοιάζει, έδωσε έτσι, «για το γαμώτο». Δεν είναι ότι δεν είχε διαβάσει τις προηγούμενες χρονιές.
Δεν του πήγαιναν οι εξετάσεις. Εξετάσεις, διαγωνίσματα, δοκιμασίες, επιδόσεις, λέξεις που του δημιουργούσαν δυσφορία από τότε που ήταν μικρός. «Να είσαι ο πρώτος», «να είσαι ο καλύτερος», «να μη φοβάσαι τίποτα», «να είσαι ο πιο έξυπνος», «να είσαι ο πιο δυνατός». Δεν άκουγε μόνο τους δικούς του να τα λένε, άκουγε και τους άλλους γονείς να τα λένε στους φίλους του. Αυτό το «να…» της προστακτικής είχε γίνει κουδούνι συναγερμού στο μυαλό του. Ο κόσμος γύρω του τον προετοίμαζε για να είναι μαχητικός και ανταγωνιστικός. Ολοι έλεγαν πως η κοινωνία είναι ζούγκλα και αυτός έπρεπε να έχει εφόδια, να έχει όπλα για να μην τον φάνε οι άλλοι.
Τα γράμματα τα έπαιρνε. Αλλά τα μισούσε κιόλας. Ισως επειδή δεν τα θεωρούσε από μόνα τους κάτι σπουδαίο. Παπαγαλία και άγιος ο Θεός. Σπουδαίο γι’ αυτόν ήταν στην αρχή το παιχνίδι, αργότερα τα κορίτσια και, φυσικά, η μουσική. Ραπ σκληρή, όχι τίποτα φλώρικα τραγούδια. Εγραφε και δικά του, δεν τα έβλεπε κανένας, δεν ήθελε. Οταν δεν πέρασε την πρώτη φορά, όλοι έπεσαν από τα σύννεφα. «Ποιος; Αυτός; Που είχε το ένα, που είχε το άλλο – ήταν μια άτυχη στιγμή, να ξαναδώσεις». Είπε ο.κ., θα ξαναδώσω. Δεν πέρασε και εντάξει, ηρέμησαν όλοι. Εκανε άλλα πράγματα. Την τρίτη φορά είπε μόνος του «θα ξαναδώσω…».
Κανείς δεν τον πίεσε. Κανείς δεν περίμενε τίποτα. Ξανάδωσε, πήγε με την παρέα του για κάμπινγκ, έγραφε στίχους, είχε γραφτεί σε μια σχολή για να κάνει αυτό που θέλει, πήρε την κοπέλα του από το χέρι και όργωσαν τις παραλίες, περίμενε μια απάντηση και για μια δουλειά part time. Τελικά έκανε αυτό που ήθελε – «ποιος νοιάζεται για το πανεπιστήμιο, αφού δεν θέλει αυτό κάποιον σαν εμένα, δεν το θέλω κι εγώ».
Βγήκαν λοιπόν τα αποτελέσματα. Και πέρασε. Πέρασε. Δεν ξέρει αν χάρηκε, μάλλον χάρηκε. «Φοιτητής» είναι μια λέξη που λέει πολλά σε πολλούς. Ομως, από τη στιγμή που έκανε όλα αυτά, από τη στιγμή που δεν πέρασε την πρώτη φορά, είχε αποκτήσει άλλες δεξιότητες. Βρήκε τι θέλει να κάνει, το προσπάθησε εκτός πανεπιστημίου, απέκτησε αντιστάσεις στα «περίεργα» σχόλια για την «αποτυχία» στις πανελλήνιες, έμαθε τη λέξη επιμονή και τη λέξη υπομονή.
Μόνος του. Κανείς δεν του είπε αυτή τη φορά «να…». Θα πάει στη σχολή του. Θα πάει να δει τι είναι αυτό το πανεπιστήμιο για το οποίο βασανίζονται χρόνια και χρόνια χιλιάδες παιδιά για να περάσουν. Ολα μπορεί να τα κάνει ένας νέος άνθρωπος, σκέφτεται, όλα, αυτό το «να…» να μην υπήρχε…
