Το είδα το Σάββατο, στη συμβολή Ολγας και Αμαλίας. Εφιππος ανδριάντας, ορειχάλκινος σε ψηλό βάθρο, επίσης ορειχάλκινο. Πρωί και πήγαινα με τα πόδια στο Μοναστηράκι, στον Ηλεκτρικό. Πρώτη φορά το έβλεπα. Διαδρομή που κάνω συχνά. Εως τότε θυμόμουν τη νησίδα μικρότερη, πάνω της αεραγωγό του μετρό και κάποια φυτά. Πλησίασα με απορία. Είδα στο βάθρο, αν και δεν χρειάστηκε, ήταν φως-φανάρι: ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ και κάπου στο πλάι το όνομα του γλύπτη: Γιάννης Παππάς.
Δανείστηκα τον σημερινό τίτλο από τον Σεφέρη («Κι όμως τα αγάλματα λυγίζουν κάποτε…». «Κίχλη», «Ο Ηδονικός Ελπήνωρ») προσθέτοντας το «και αφηγούνται». Τι αφηγούνται; Πολλά και διάφορα. Κυρίως τις περιπέτειές τους.
Είναι και φορείς τα αγάλματα. Φέρουν και μεταφέρουν ιδεολογίες, σημασίες… Κάτι που με απασχόλησε ιδιαίτερα όταν έκανα περιήγηση αγαλμάτων της Αθήνας για το «Εψιλον» της «Ελευθεροτυπίας» (Μάρτιος του ’94). Ηταν και εκλογές την επομένη. Και ο Μεγαλέξανδρος –λόγω της γνωστής διαφοράς με τους γείτονες– θα έπαιζε (και θεωρώ πως έπαιξε) κρίσιμο ρόλο.
Ενας οδοκαθαριστής πλάι. «Ξέρεις πότε το βάλανε;», ρώτησα. «Θα ’ναι καμιά εικοσαριά μέρες…», απάντησε πρόθυμα. Το απόγευμα έψαξα στο Διαδίκτυο. Αναλυτικό ρεπορτάζ (Αστερόπη Λαζαρίδου, Protagon, 19/4/19).
Ημέρα επίσημων αποκαλυπτηρίων. Τοποθετήθηκε 17/4. Βιαστικά; Είπαμε: εκλογές (και Μακεδονικό ή με Μακεδονικό). Μόνο που οι περιπέτειες του έργου (καλαίσθητο κατά τη γνώμη μου) ανάγονται στην Κατοχή, που το εμπνεύστηκε ο καλλιτέχνης, στη δεκαετία του ’60 που ολοκλήρωσε την πρόταση, στο ’92 που εκτέθηκε πρώτη φορά, στο 2001 που αγοράστηκε από το υπουργείο Πολιτισμού που το δώρισε στον Δήμο Αθηναίων. Ο Γιάννης Παππάς πέθανε το 2005!
Αλήθεια, τι γίνεται εκείνος ο έρμος Εφηβος του Θανάση Απάρτη, χρόνια εξαφανισμένος από Καλλιρρόης και Αθανασίου Διάκου; Ρωτάω απλώς…
