Η τελευταία μέρα στον Λαύκο ήταν γαστρονομική. Κατεβήκαμε με τον Μάουρο στην παραλιακή Μηλίνα. Καθίσαμε για καφέ. Ηρθε η Μαρία. Γύρισε ο Μάουρο στο χωριό με το λεωφορείο. Με τη Μαρία πήγαμε πεζή στο σπίτι τους στη ρεματιά. Ο Γιώργος καθόταν στην αυλή. Συννεφιά, αλλά ο καιρός αρκετά ζεστός, αν ήσουν καλά ντυμένος. Οσο μιλούσαμε με τον Γιώργο στην αυλή, η Μαρία έφτιαχνε τον μεζέ για τη ρακή. Κρητικιά η Μαρία, Πειραιώτης μεγαλωμένος στον Βόλο ο Γιώργος. Γνωρίστηκαν στη Γερμανία· εστιατόριο η Μαρία, πελάτης ο Γιώργος, στέλεχος επιχείρησης. Ερωτας.
Εφερε κεφτεδάκια η Μαρία (θυμήθηκε ότι το καλοκαίρι τής τα είχα ζητήσει!). Στη ζύμη τους είχε προσθέσει λίγο μουλιασμένο σιτάρι. Περίφημα. Επίσης, τυρί φέτα στον φούρνο σε αλουμινόχαρτο, με ελάχιστη πιπεριά και ρίγανη, και ψωμί μαύρο φτιαγμένο από την ίδια. Στη δεύτερη ρακή πήρε να ψιχαλίζει. Μπήκαμε στο σπίτι. Το κυρίως πιάτο ήταν λαχανοντολμάδες ορφανοί (μόνο ρύζι), με γιαούρτι στραγγιστό· λεπτοί, καλογεμισμένοι! Κρασί κόκκινο, ντόπιο, το φτιάχνει γείτονας, ευχάριστο. Μου έβαλε η Μαρία σε τάπερ ντολμαδάκια και σε κουτί ζαχαροπλαστείου (εξοπλισμένο το σπίτι!) εξαίσια, δικά της, ημίγλυκα λαδοκούλουρα με σουσάμι! Με ανέβασε στο χωριό με το αυτοκίνητό τους.
Ξάπλωσα μ’ ένα βιβλίο για το Αϊβαλί· γενέτειρα του πατέρα, που μαγείρευε και όμορφα. Ξύπνησα σε ζεστό σπίτι. Εξω, χιονόνερο. Τηλεφώνησε η Τερέζα: «Τι θα γίνει, θα κατέβεις;». Κατέβηκα με σκούφο, ομπρέλα και το ταπεράκι της Μαρίας με τους λαχανοντολμάδες. Μαγείρεψε ο Μάουρο· ένα φαγητό της ιταλιάνικης φτωχολογιάς με σκέτο καλαμποκάλευρο χυλωμένο. Λέγεται πολέντα (polenta). Τρώγεται ζεστό. Το συνόδεψε με σάλτσα μανιτάρια (ντόπια, πηλιορείτικα, μαζεμένα από τον ίδιο) και λεπτά κομματάκια κρέας. Αντίο φτώχεια! Ολο το πλούτος, το βιος, είναι ο άνθρωπος!
