Κυριακή ξημερώματα, γύρω στις πέντε και μισή. Ακούω, στο Τρίτο, κοντσέρτο του Μότσαρτ για δύο πιάνα και ορχήστρα (δεξιοτέχνης πιανίστρια ήταν επίσης και η αδελφή του). Η εκφωνήτρια αναγγέλλει ότι το συγκεκριμένο κοντσέρτο συνέθεσε ο Μότσαρτ στα 23 του «και θεωρείται το τελευταίο που συνέθεσε στο Ζάλτσμπουργκ (γενέτειρά του), λίγο προτού φύγει να αναζητήσει την τύχη του στη Βιέννη». Ακολούθησαν δύο βαλς του Μπραμς.
Κάθισα στο γραφείο με τον καφέ μου (που δεν τον λέω ούτε τούρκικο ούτε ελληνικό, τον λέω πολίτικο, επειδή –μεγάλη ιστορία…– ο συγκεκριμένος τύπος καβουρδισμένου και ψημένου σε μπρίκι καφέ πρωτοφτιάχτηκε στην Πόλη, από Ρωμιούς παρασκευαστές –ταμπήδες– και τον έπιναν κυρίως Ελληνες πελάτες· οι Τούρκοι έπιναν τσάι) να δω –να… γκουγκλάρω!– ποια χρονιά ο Μόσταρτ ήταν 23 χρόνων.
Ηταν λοιπόν το 1779, αφού γεννήθηκε το 1756. Και χαρά στο πράγμα, θα πεις. Ετσι είπα κι εγώ: Και τι έγινε; Μόνο που, όταν πρόσεξα περισσότερο, είδα ότι δεν γεννήθηκε απλώς το 1756, αλλά ακριβώς στις 27 Ιανουαρίου. Χθες δηλαδή συμπληρώνονταν 263 χρόνια από τη γέννησή του. Πιθανότατα, η επιμελήτρια της εκπομπής επέλεξε Μότσαρτ επειδή γνώριζε πως ήταν η μέρα γενεθλίων του. Δεν γνώριζε όμως ότι ακριβώς τη στιγμή της εκφώνησης θα άνοιγα το ραδιόφωνο (σταθερά συντονισμένο στο Τρίτο), επειδή ξύπνησα νωρίς, διότι κοιμήθηκα νωρίς. Σύμπτωση; Κατά Μπόρχες –διά στόματος του φίλου Γιώργου Ζεβελάκη– οι συμπτώσεις είναι ραντεβού!
Ο Μότσαρτ πέθανε, 5 Δεκεμβρίου 1791, 35 χρόνων στη Βιέννη. Κηδεύτηκε, ένα πρωινό που χιόνιζε, με ελάχιστους παρόντες, έναν σκύλο και δαπάναις του δήμου. Θάφτηκε στο «περιθωριακό» νεκροταφείο του Αγίου Μάρκου σε ομαδικό τάφο, που ουδέποτε εντοπίστηκε ακριβώς. Επίσημος τάφος: κενοτάφιο, πτέρυγα τιμωμένων, κεντρικού νεκροταφείου της Βιέννης…
