Την πάτησα σαν αγράμματος. Ενώ είχα ενοχλήσεις αποβραδίς στο αριστερό γόνατο· έσω μηνίσκος. Σκεφτόμουν μάλιστα το πρωί, με την επιστροφή από τον περίπατο, να βάλω παγοκύστη. Επίσης, να περπατήσω λιγότερο από άλλες μέρες. Με παρέσυρε ο ενθουσιασμός, επειδή ένιωθα σταθερό το βάδισμα.
Μόνο που είχα ξεχάσει ότι ήταν ανήφορος και το σοφό των οδοιπόρων, ότι ο ανήφορος θέλει πνευμόνια, ο κατήφορος γόνατα. Είχα επίσης ξεχάσει το εξυπνακίστικο ερώτημα που μας έκαναν οι ξερόλες μεγάλοι, όταν ήμασταν αμάθητοι έως αφελείς πιτσιρίκοι: «Πόσες ανηφόρες έχει η Ελλάδα;». Απάντηση: «Οσες και κατηφόρες!». Και γελούσαν οι μεγάλοι που εμείς δεν ξέραμε την (πανεύκολη!) απάντηση.
Επρεπε να τους έχω τώρα, να δούμε τι απάντηση θα έδιναν, όταν τους αποδείκνυα, με ατράνταχτα επιχειρήματα, ότι τότε έκαναν λάθος (εμείς τουλάχιστον, οι μικροί, δεν ξέραμε, αλλά αυτοί έκαναν τεράστιο λάθος) που εξίσωναν ανηφόρες και κατηφόρες. Διότι είναι πλέον πασίγνωστο ότι ειδικά στην Ελλάδα είναι περισσότερες οι κατηφόρες από τις ανηφόρες. Κι αν μπορούν ας απαντήσουν στο ερώτημα: Πώς γίνεται;
Στην περίπτωσή μου πάντως (όπως και να ’χει το ζήτημα), αφού ανηφόρισα, στον ενθουσιασμό μου, ψηλά κι από το Μοναστήρι της Καισαριανής, στα ξωκλήσια, τον αρχαίο (πρωτοχριστιανικό) Αγιο Μάρκο και τους νεότερους (νομίζω 19ος) Ταξιάρχες, άρχισε η βάσανος της καθόδου.
Μου βγήκε η πίστη. Οπως μας βγαίνει η πίστη σε όλες τις κατηφόρες που έχει πάρει η Ελλάδα, μετά από κοπιώδεις ανηφόρες. Με τη διαφορά (και δεν ξέρω πώς εξηγείται αυτό), πως όσο ανηφορίζει κανείς, παραδόξως, ελπίζει και σε κάτι (όπως ανηφορίζανε τότε οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας στα βουνά της Αλβανίας ελπίζοντας). Ενώ ο κατήφορος είναι πάντα συνυφασμένος με απελπισία.
