Πώς μπορείς αλήθεια, μεταξύ μουσικών, να ξεχωρίσεις αυτούς «του δρόμου» –κατάλληλοι να παίζουν μόνο στο ύπαιθρο ή στα βαγόνια του Ηλεκτρικού–, τους πλανόδιους, από τους άλλους… και πώς να τους πεις; «της αίθουσας»; τους «σπουδαγμένους»; τους «σοβαρούς»;
Διάβασα στην «Εφ.Συν.» της 14/9 το ρεπορτάζ του Απόστολου Λυκεσά «Δεν είναι επαίτες, είναι κομμάτι της ιστορίας μας», όπου ο Σύλλογος Μουσικών Βορείου Ελλάδος, με αίτημά του στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, τεκμηριωμένο σε πέντε σελίδες (!), με ιστορικές αναφορές που ανάγονται στην πρώιμη αρχαιότητα και τους ραψωδούς, ζητάει να σταματήσουν οι διώξεις από την αστυνομία των πλανόδιων μουσικών επί επαιτεία, «ζήτημα που προέκυψε εντελώς αιφνιδίως», «αποτελεί φαινόμενο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κοινή μας κουλτούρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο» και «δεν έχει υπάρξει προηγούμενο σε ολόκληρο τον κόσμο».
Διαβάζοντας, μου ήρθαν στον νου δύο περιστατικά· ένα παλιό –αρχή της κρίσης– κι ένα εντελώς πρόσφατο: Στο πρώτο, διασχίζουμε με τον γνωστό μουσικό παραγωγό Γιώργο Παπαστεφάνου, μεσημεράκι, τη στοά Ορφέως (όχι με τη σημερινή της ερημία· υπήρχαν ακόμα ανοιχτά καταστήματα). Ξεκόβει ο Γιώργος, πάει χαιρετάει πλανόδιο μουσικό, μιλάνε λίγο μεταξύ τους και επανέρχεται. «Γνωρίζεστε;» ρώτησα. «Βέβαια. Εξαίρετος μουσικός! Εχουμε συνεργαστεί. Ηταν στη Συμφωνική των Τιράνων!».
Το δεύτερο περιστατικό, το αντιλήφθηκα αυτοπροσώπως, την περασμένη Παρασκευή, μεσημεράκι επίσης, στην είσοδο στο μετρό του Ευαγγελισμού από Ριζάρη: Νεαρός μουσικός, με άφθονα μαλλιά και γένια, καθισμένος στο πεζούλι, με την κιθάρα του παίζει και τραγουδάει το «Μινόρε της αυγής». «Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε…». Ομως ακούω διφωνία –πρίμο-σεκόντο– και δεύτερο τραγουδιστή δεν βλέπω! Πλησιάζοντας αντιλαμβάνομαι την πλάτη του δεύτερου· όρθιος, παραδίπλα, πουλάει το περιοδικό των αστέγων «Σχεδία».
