Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Πώς πήγε η μέρα σου;». «Σαν να μην υπήρξε…» Ο διάλογος δύο γυναικών στο μετρό. Ευαγγελισμός – Σύνταγμα. «Πώς πήγε η μέρα σου;» ρωτά κι αυτός τον εαυτό του, ώρα οχτώ το βράδυ, γυρίζοντας σπίτι. Μια θολούρα εμφανίζεται καθώς προσπαθεί να γυρίσει προς τα πίσω τον χρόνο, να θυμηθεί, δηλαδή, πώς ξεκίνησε το πρωί για τη δουλειά τρέχοντας, πώς πέρασαν οι ώρες, για να φτάσει τώρα, επιστρέφοντας, να μη θυμάται και πολλά.

Λες και κάποιος άλλος ήταν στη θέση του, στην καρέκλα του, μιλούσε, εξηγούσε, διεκπεραίωνε εκκρεμότητες, έκανε δυο φορές διάλειμμα, ήπιε τρεις καφέδες κι έκανε πέντε τσιγάρα. Κι όλα αυτά μέχρι να ακούσει τον διάλογο των δύο γυναικών. Εκεί ξύπνησε από το «όνειρο» της μέρας. Ενιωσε λίγο σαν τον Μπόρχες κι αυτός: «Ο,τι γίνεται, γίνεται στον άλλον Μπόρχες».

«Ποιος είναι αυτός ο άλλος που ζει μέσα μας; Αυτός που λίγο λίγο τού τα παραχωρούμε όλα; Είναι ο κατασκευασμένος μας εαυτός που μηχανικά αναπτύσσεται και κερδίζει όλο και περισσότερο το είναι μας; Είναι ο μαθητής, ο έφηβος, ο νεαρός, ο ενήλικας, ο φοιτητής, ο εραστής, ο σύζυγος, ο επαγγελματίας, ο πατέρας, ποιος;» σκέφτεται κοιτώντας τον εαυτό του στον καθρέφτη τού χολ.

«Θα καταφέρουν ένα μπάνιο κι ένα ποτήρι ουίσκι μετά να τους αφήσουν για λίγο εκτός μου;» αναρωτιέται. Πού κατέληξε ο μέγας Μπόρχες; «Μερικά χρόνια πριν», γράφει στον «Δημιουργό», «προσπάθησα ν’ απελευθερωθώ από αυτόν και πέρασα από τη μυθολογία των προαστίων σε παιγνίδια με τον χρόνο και το άπειρο· κι αυτά τα παιγνίδια όμως ανήκουν πια σε εκείνον τον άλλο Μπόρχες, πράγμα που σημαίνει πως πρέπει να επινοήσω άλλα. Ετσι, η ζωή μου είναι μια φυγή, κι όλα τα χάνω, κι όλα ανήκουνε στη λησμονιά, ή σ’ αυτόν».

Κυλάει το βράδυ και… πότε ο ένας πότε ο άλλος αλλάζει κανάλι, βγαίνει στο μπαλκόνι, κοιτάζει το νέο φεγγάρι, βάζει άλλο ένα ποτό, μιλάει λίγο σε αγνώστους με μηνύματα, με γνωστούς στο τηλέφωνο. Ο χαλαρός λίγος χρόνος που περνά τούς συμφιλιώνει μέσα του τον έναν με τον άλλον:

– Εσύ τώρα, εσύ τώρα, εσύ τώρα/ γίνε Καρδιά, Φαντασία και Μνήμη,/ δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,/ κάψε με Λύπη, Χαρά φίλησέ με,/ κλείσε μ’ εσύ στην αγκάλη σου, αγάπη,/ στόμα μου εσύ και ακοές μου και μάτια./ Κάμε μ’ Εσύ, κλείσου μέσα μου Εγώ μου/ και με του είναι μου σμίξου το είναι!

Οταν πάει πια να κοιμηθεί, δεν θυμάται πραγματικά ποιος από τους δυο σάς αφηγείται αυτή την ιστορία.