Κι ας υποθέσουμε πως ο Ερντογάν, για λόγους και υπολογισμούς δικούς του, ξεκίνησε πρώτος την τελευταία ανταλλαγή ελληνοτουρκικών «πυρών». Τα οποία «πυρά» όμως πυροδοτούν μία κατάσταση γενικώς εύφλεκτη περίπου στο διηνεκές.
Και μία κατάσταση σε διαρκή έξαψη, είναι μία κατάσταση επικίνδυνη, και μόνο από το γεγονός ότι σε κρατάει σε επιφυλακή, σε συναγερμό και σε περισπά από κάθε άλλη προτεραιότητα να βγει η χώρα από τα πολλαπλά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει, με πρώτο τη μνημονιακή «χειροπέδη» και πώς θα την ξεφορτωθούμε.
Διότι ναι μεν η χώρα δυσκολεύεται σοβαρά. Αλλά εάν κινδυνεύει η πατρίδα από εξωτερική απειλή ή επιβουλή, τότε η χώρα μπορεί να περιμένει και να βράζει στο ζουμί της. Διότι υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία της πατρίδας, που μας έλεγαν και στα λατινικά: salus patriae suprema lex esto.
Δεν ξέρω, επομένως, εάν οι όντως προκλητικές δηλώσεις του Ερντογάν ή του πρωθυπουργού του, Γιλντιρίμ, ή του υπεύθυνου Γραφείου Τύπου του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών για: τιμή στον Μωάμεθ τον πορθητή μες στην Αγιασοφιά ή τα (τουρκικά) Ιμια ή το 1922 (της Μικρασιατικής καταστροφής) και «κουρσάρους στο Αιγαίο», βρίσκουν τις κατάλληλες απαντήσεις στους «σουλτάνους» (γραφείο πρωθυπουργού) και τους «τρελούς» (για τον Ερντογάν· «Στον τρελό δεν μπορείς να απαντήσεις», Πάνος Καμμένος). Ή εξάπτουν ακόμα περισσότερο τις όσες διμερείς εντάσεις υποδαυλίζονται.
Η υπεύθυνη πολιτική στάση, νομίζω, αναζητείται στη λογική, στο επιχείρημα, στο διεθνές δίκαιο, στα διεθνή ερείσματα, όπου τέλος πάντων υπάρχει το δίκαιο και το πλαίσιο προστασίας και ισχύος του. Εθνικιστικές ρητορείες, υπερβολές, υπερθεματίσεις: αντίκαρφα ίδιας ποιότητας με τα καρφιά που δεχόμαστε, δεν νομίζω να απέφεραν ποτέ τίποτα το επιθυμητό, ενώ αφθονούν τα ανεπιθύμητα.
