Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξημερώνει, κάτω από μια γέρικη ελιά. Δυο κουπάκια αχνιστός καφές πίσω απ’ το τοιχαλάκι ορίζουν τον βοριά. Την αλισάχνη νιώθεις πάνω στα γυμνά μέλη κι αφουγκράζεσαι ήχους πελαγίσιους. Κοιτάζω την πυξίδα τ’ ουρανού.

Είμαι κοντά στον βυθό και στον ουρανό. Μια σελίδα αλήθειας κομμένη. Σαν θέλει βάρκα γίνεται και πάει. Στα ψηλά αϊτός και χάνεται. «Στον ήλιο, στον ήλιο» λέει μια φωνή. Πώς θα γλιτώσω τα φτερά; Πάνω υπέρ – άνω, απόκριση μου δίνει. Εδώ δεν χωράνε λογικές κι υπολογισμοί, όλα είναι παιδιά του αδύνατου, σύντροφοι του κανενός.

Το ολιγαρκές των ημερών του Αυγούστου γεύομαι και η αρμύρα γεμίζει τα κοίλα των βράχων και των κοριτσιών. Ο ήλιος φουσκώνει τα κλαδιά των ελιών κι εκείνες αποδιώχνουν το τσιμέντο που τους έτυχε κάποια χρόνια πρωτύτερα.

Τόσους χρόνους η ανατολή γίνεται δύση και το νερό καρπίζει τα ξύλα. Χρειάζονται μερικές μέρες κάτω από ένα ντάμι ασβεστωμένο για να δεις, στα ξύλα της σκεπής, τις απαντήσεις των ερωτημάτων.

Αν τύχει να’ ρχεται μέχρι τα ρουθούνια σου η μυρωδιά της θάλασσας, σαν φρεσκοκομμένο καρπούζι, τότε στα πόδια σου φύκια και λιτρίδια για να διαλέξεις. Κι όλα τούτα τα ίδια κι απαράλλαχτα σε κάθε γιαλό, σε κάθε απάγκιο, σε κάθε όρμο.

Το μυαλό μου ξεροπόταμος, πίνει το νερό του Νώε και πάλι διψασμένο είναι. Παλεύουνε στις όχτες του αγριόχορτα και ροδοδάφνες, μοσχομπίζελα και αγκαθούρες. Αναπαμό δεν έχει. Εκεί, στην ερημιά του κόσμου, σαν περάσουν οι χρόνοι οι άνυδροι πρασινίζουν μπαξέδες στίχων, οπωρώνες με ζωγραφιές αλλόκοτες.

Σφαλώ τα μάτια και σκέφτομαι την αρχή και το τέλος των πραγμάτων. Τι να αλλάξω, ποια η δύναμη μου; Θα τα φέρω πίσω. Σαν τη σκόνη απ’ τα φύλλα του δέντρου. Γίνομαι νερό τ’ ουρανού.

Οχι καταρράκτης, μα δροσερή πηγή. Ο,τι συναντώ είναι η ζωή κι όχι εμπόδια. Παίρνω τα όχι και τα μη. Τα ρίχνω μέσα στο σακούλι με τα υπόλοιπα γράμματα και χρώματα τ’ ουρανού, τα κουνώ, τ’ ανακατώνω άτακτα. Και κείνα -ω! του θαύματος- τακτοποιούνται θαυμάσια.

Στο καλοκαίρι βουτώ την ψυχή μου μήπως και τη διασώσω, έστω ώς την επόμενη άφιξή του. Εκεί κοντά στο ξημέρωμα ντούκου – ντούκου η μηχανή της βάρκας. Να ‘ναι αληθινή ή ήχοι του μυαλού απ’ τα παιδικάτα μου. Τρίζει, μαζί, το μαγκανοπήγαδο και δροσίζει τις μέρες που δεν πρόφτασαν να μεγαλώσουν κάτω απ’ την καρυδιά.

Τούτες τις μέρες η θάλασσα μυρίζει φρεσκοκομμένο καρπούζι. Είναι η ώρα του καλοκαιριού.

*Συγγραφέας, διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας