Κυριακή ξημερώματα, μετά από όνειρο παρελάσεως. Στο Σύνταγμα.
Πήγα τρέχοντας τη Βασ. Σοφίας∙ περίπου ίδια με την πραγματική, μάλιστα, έξω από τη Γαλλική Πρεσβεία ήταν στρωμένο χαλί επισήμων.
Στο Σύνταγμα, ουδεμία σχέση με το πραγματικό, διάφορες λαοσυνάξεις, ετερόκλητες (μέχρι κύκλοι με θαυματοποιούς που έκαναν επιδείξεις θαυμάτων), και μία κεντρική, υποτίθεται, συγκέντρωση, από όπου, πάλι υποτίθεται, θα περνούσε η παρέλαση.
Απόρησα, γιατί ούτε ο χώρος προσφερόταν για παρέλαση, ούτε ετοιμασία ανάλογη έβλεπα: σκοινιά, αστυνομία, στρατός, εξέδρες επισήμων κ.λπ.
Μόνο πλήθη, ατάκτως ερριμμένα, σκορποχώρι, ανάμεσά τους και τουρίστριες, ανοιξιάτικες, ξανθές, ανέμελες, που έσερναν αποσκευές.
Κατέβηκα στον χώρο της κεντρικής συγκέντρωσης από απότομη σκάλα.
Τόσο που αναρωτήθηκα: «Πού πας να γκρεμοτσακιστείς! Γιατί δεν πήγαινες από γύρω;».
Πλησίασα συστάδα από γιγάντια κτίρια, νεοϋορκέζικα. Εκεί το πλήθος ήταν κάπως αραιότερο. Σαν να έψαχνα τον αδελφό μου.
Γελούσα. Μ’ εμένα; με ό,τι έβλεπα; Πάντως γελούσα. Τότε –έκπληξη ευχάριστη– είδα από την πλευρά των κτιρίων να με πλησιάζει, άνετη, νέα, όπως τη θυμάμαι τότε που γνωριστήκαμε, καλή, παλιά μου φίλη, της εποχής των μεγάλων ονείρων (βλεπόμαστε πια στη χάση και στη φέξη, πιο συχνά τηλεφωνιόμαστε…), σκασμένη στα γέλια επίσης.
Αλλάξαμε λίγα λόγια, με πολλή οικειότητα. Αναρωτηθήκαμε και οι δύο τι γυρεύαμε σε τόσο κόσμο, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Τότε ξύπνησα.
Ξύπνιος πια, καθώς ετοίμαζα τον καφέ, θυμήθηκα πως η φίλη, που μετά γίναμε και συνάδελφοι, μου είχε τηλεφωνήσει την προηγούμενη Κυριακή να με ρωτήσει, αν έχω καμιά ιδέα, τι θα ψηφίσουμε στις εκλογές… για το ασφαλιστικό-επικουρικό μας ταμείο, που, όπως και όλα τα ταμεία πλέον, έχει και αυτό ανάγκη επικούρησης και ασφάλισης…
