Το ’χω τάμα. Στην αρχή του χρόνου. Τέτοιες μέρες ανοίγουν οι ουρανοί, λέει η λαϊκή πίστη. Κι έτσι, μπορούν οι επιθυμίες των ανθρώπων να σαρκωθούν. Ξέρω πως το μυαλό πολλών θα ξεστρατίσει σε μονοπάτια μεταφυσικά. Ομως, τα πράγματα έχουν και μιαν άλλη όψη. Που δεν φαίνεται στην καθημερινότητά μας. Πού να προλάβει το μυαλό να λαρώσει. Πού να μπορέσει ο άνθρωπος να κοιτάξει μέσα του, να φωτίσει τα σωθικά του βλέποντας με διαφορετικό τρόπο τον κόσμο.
Να ’ναι που ανοίγουν οι ουρανοί; Να ’ναι η συνήθεια; Κάθε χρόνο είναι έντονη η επιθυμία μου να πιάσω κουβέντα με ένα δέντρο, με ένα λουλούδι, με ένα φυτό. Από όσα έχουμε φυτέψει στο κτήμα. Να σταθώ μπροστά του, να γνωριστούμε πρώτα και μετά να κουβεντιάσουμε για όσα μας ταλανίζουν. Για τον καιρό που περνάει αφήνοντας πληγές στο σώμα και τη μνήμη.
Τούτη τη φορά διάλεξα τη φραγκοσυκιά. Είναι καινούργιο απόκτημα. Η Φωτεινή, πριν από έναν χρόνο, έκοψε επιδέξια ένα πλατύ φύλλο, σαν γάντι του αμερικανικού ποδοσφαίρου. «Ξωτική σάρκα αγκαθερή, πράσινη, μοιάζει» (Τέλλος Αγρας, «Σπιτικό περβόλι»). Τη βρήκαμε σ’ έναν φράχτη, είχε περάσει ο καιρός της καρποσυλλογής, κάποια φραγκόσυκα σκορπισμένα στο γαρμπίλι του δρόμου, ξεκοιλιασμένα. Τα πιο πολλά ακέρια, ο φόβος του αγκαθιού, του αναπάντεχου που ο άνθρωπος της καρέκλας και της πόλης αντιμετωπίζει με καχυποψία. «Εχει πολλά και διάφορα αγκάθια/ ετούτη η συνάντηση με τις φραγκοσυκιές», γράφει η Κική Δημουλά («Σημεία των Καρπών»).
Ανήμερα Πρωτοχρονιάς την αγνάντευα από τη βεράντα. Με σκιάζανε τα φύλλα της, το σχήμα αλλά και η πρώτη τραυματική μου επαφή μαζί της. Απρόσεκτος χειρισμός της χορτομηχανής και της άφησα βαθύ τραύμα στο κορμί της. Ανήμερα του Σταυρού την πλησίασα. Είχε ψηλώσει, ίσως του χρόνου να μας δωρίσει τους καρπούς της. Ενα καλάθι «Γεμάτο ηλιωτικά αγκαθερά φραγκόσυκα», η Δημουλά μού δανείζει τις δικές της εικόνες. Ονειρεύομαι κι εγώ το ίδιο.
Κάθε φορά και μισό βήμα προς τη μεριά της. Κάτι με κράταγε μακριά της, δεν άκουγα καλή κουβέντα για τις φραγκουσυκιές. Οι άνθρωποι γυρεύουν να χωρέσουν τα πράγματα στο δικό τους καλάθι. Αμα δεν το καταφέρουν, τα φοβούνται. Τα κάνουν εχθρούς.
Η φραγκοσυκιά εκεί. Ακίνητη. Αμίλητη. Ο δυνατός αέρας την ταρακούνησε, όμως ήταν μαθημένη από μπόρες. Πάντα στην άκρη, στον φράχτη, σε κατηφοριά, σε βράχους. Ποτέ δεν κερδίζει τον θαυμασμό. Περιμένει υπομονετικά εκείνους/ες που θα θελήσουν να τη μάθουν. Να μην παρασυρθούν απ’ ό,τι φαίνεται. Να ανοίξουν την καρδιά της. «Με τι επιδέξιο τρόπο ήξερε ο πατέρας μου/ν’αποφλοιώνει, την πατρίδα του». Εχει δίκιο η Δημουλά. Ξεμάθαμε να αποφλοιώνουμε, για χάρη των πολλών, τον τόπο. Και υπάρχουν πολλές φραγκοσυκιές σ’ αυτή τη γη.
