Είναι άρα ζήτημα ψυχικής δομής το να αρνούμαστε ό,τι μας ξεβολεύει ώστε να πορευόμαστε δίχως -ή με το μικρότερο δυνατό- ψυχικό τίμημα σε έναν πολύπλοκο κόσμο; Είναι ζήτημα ένταξης ή ανάδειξης σε μια ομάδα; Εχει μελετηθεί, έχει αναλυθεί, δεν έχει υπάρξει κατάληξη. Αλλά το παρατηρώ σε όλες τις ιδεολογίες (δείτε την τυφλότητα για τον σταλινισμό ή τη Β. Κορέα) και όσο κι αν είναι αντιδημοφιλές, η δικαιοσύνη της αλήθειας με κάνει να το γράψω. Ομως όσο πιο ακραία η ιδεολογική εκφορά τόσο πιο ακραία η εκδήλωση αυτής της λειτουργίας. Και σαν τους φασίστες κανείς. Είναι οι ίδιοι/ες που -ενώ την ίδια ώρα αγοράζουν «κάθε νούμερο» προς τα πάνω όταν τους συμφέρει- αρνούνται χρόνια τους νεκρούς του Ολοκαυτώματος χθες ή της Γάζας σήμερα, καθώς οι ρόλοι θύτη και θύματος αλλάζουν μα η λειτουργία επαναλαμβάνεται. Αυτές τις ημέρες λοιπόν έκαναν πάρτι τα χουντοτρόλ με την απίστευτη παπάτζα πως «δεν υπήρχαν νεκροί στο Πολυτεχνείο επειδή δεν υπήρχαν εντός του ιδρύματος». Αρα, π.χ., όσοι σκοτώθηκαν στο Αλβανικό εκτός συνόρων κι εντός αλβανικού εδάφους να μην προσμετρώνται!
Από τις σημαντικότερες στιγμές, άλλωστε, της παρουσίασης του βιβλίου του Δημήτρη Βεριώνη «Θάνατοι στη χούντα» στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης ήταν όταν η κόρη ενός βασιλόφρονα αξιωματικού μίλησε δακρυσμένη για τη δολοφονία του πατέρα της όταν ο τέως έκανε εκείνο το ψευδοκίνημα που όμως εντός στρατεύματος κόστισε ζωές, κρυφή λόγω του διπλού αποκλεισμού της κι εκ δεξιών κι εξ αριστερών. Παραμένει χαμένη ζωή παρ’ όλα αυτά και αφορά ένα παιδί που μεγάλωσε δίχως πατέρα.
Οι νεκροί/ές της ελληνικής χούντας υπήρξαν πλειοψηφικά εξ αριστερών, κι αυτό βοηθά χρόνια στην αορατοποίησή τους στα συστημικά αφηγήματα, αφού η εκκαθάριση προβάλλεται ασυνείδητα ως εθνικά αναγκαία. Αλλωστε η αμηχανία του βαθέος κράτους καταγράφεται από το γεγονός πως ο πρώτος πρωθυπουργός που κατέθεσε στεφάνι υπήρξε ο Αν. Παπανδρέου. (Αν και η αναβάθμιση που προσέφερε ως ρήγμα στη συλλογική συνείδηση η επιλογή αυτή ξοδεύτηκε από υπεραριστερούς που έριχναν νεράντζια σε όσους κατείχαν τη θέση τα επόμενα χρόνια, λες κι αυτό ήταν -ή ενδυνάμωνε την- πρεπούμενη πολιτική κριτική.) Παρ’ όλα αυτά είναι νεκροί υπαρκτοί. Ανδρες και γυναίκες που υπήρξαν παιδιά, γονείς, αδέρφια, φίλοι και φίλες κάποιων. Οπως υπαρκτοί είναι και δημοκράτες άνθρωποι, από τη Βέμπο ώς τη Φλέμινγκ και τόσους ανώνυμους κι ανώνυμες, που ορθώθηκαν στο ύψος της αξιοπρέπειας και της ανθρωπιάς και άνοιξαν τις πόρτες τους στους/στις κυνηγημένους/ες:
«Στην Αμαλία Φλέμινγκ χρωστάω τη γνώση πως οι αξίες είναι σημαντικότερες από τις ιδεολογίες…». Με μια φράση ο Περικλής Κοροβέσης μάς θυμίζει γιατί στη ζωή, δηλαδή στην πράξη, συναντιόμαστε με ανθρώπους με τους οποίους μπορεί επιφανειακά να διαφωνούμε. Και κάθε συνεισφορά, όπως το πρόσφατο αφιέρωμα της εφημερίδας για την υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης, είναι πολύτιμη. Μνήμη που όπως πάντα αφορά (και) τον σεβασμό στον θάνατο και την υπεράσπιση της ζωής.
