ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασιλική Στεργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παίρνω ένα ρε μινόρε από τη Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ για να ξεκινήσω. Θέλω να μπω μέσα στον ρυθμό σου που ανεβοκατεβαίνει στον θώρακα σαν λυγμός παλιός που καλεί την πληγή να αφηγηθεί την ιστορία της, για να γιάνει. Πίσω στη δεκαετία του ’70 και αρχές του ’80, επίσης. Ασυνάρτητη επαρχία, κίτρινα πρόσωπα, δρόμοι λασπωμένοι, «μούσκεμα μόνη περπατώ με το τσιγάρο μου σβηστό».

Νιότη εναστροπήγαδη, στα μάτια ράκη ουρανού, στα νύχια χώμα. Εχει γίνει το κακό κι είναι ασήκωτο, αν το τραγουδήσω με τα δικά σου λόγια, λόγια από αίμα, φωτιά και ρίγος ένθεο, ίσως το ξορκίσω. Σ’ ακούω να λες, «κι εσύ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου κι ήσουν φως μου κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή» και εγώ νιώθω πως το λες για μένα. Ετσι όπως πρώιμα γέρνει μέσα μου ο κόσμος και τρεμοσβήνει μέσα στα ρηχά ανθρώπινα χαντάκια αυτής της άχαρης πόλης, τούτα τα λόγια σου με θάλπουν, βρίσκω παρηγοριά, κονάκι γκαρδιακό, βρίσκω αυλή με εσένα να σπέρνεις σκωπτικά στιχάκια και να μου ανοίγεις δρόμο δεκαπεντασύλλαβο για να περπατήσω. Δεν ανήκω πουθενά όσο κι αν ψάχνω μέσα «στις αγορές και στα παζάρια», ανήκω μόνο στα λυπημένα ποιήματα που αρχίζω να γράφω.

Η μοναξιά με τινάζει έξω από τα κατά συνθήκη γλέντια τους και με πετάει σε άσωτα σύμπαντα, σαν εκείνα των φυγάδων που ο «ουρανός τους είναι η παρανομία». Είμαι κιόλας δεκαοχτώ χρόνων, οι δικοί μου εξακολουθούν να με κερνάν φαρμάκι, «το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι» κι εγώ τρέχω στα υπαίθρια τσαντίρια με τις σιβυλλικές Τσιγγάνες και τους μιλώ για τη ζωή μου. Περνάει ο καιρός, ένας καιρός που έμοιαζε από τότε ολοένα να λιγοστεύει. Και ξάφνου με ακούω να ουρλιάζω, «πού ακούστηκε» ο αδελφός να πεθαίνει, στα 23 του να φεύγει κι εγώ να ζω; Καλώ τη γη να με πάρει, θέλω να φάω τα χέρια μου, η τρέλα με ζυγώνει. Σαλεύω σαστισμένη μέσα στο «Μυστικό τοπίο» σου που με συγκλονίζει καθώς με εξιστορεί.

Επειτα από χρόνια, ακούω το Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, γλιστράω μέσα στο σκυλάδικο, τα εννέα όγδοα χτυπάνε στα έγκατα των σπλάγχνων μου, καθώς χορεύω μεθυσμένη. Να το το άσυλό μου, η ψυχή μου τέρπεται λυτρωτικά από το απόκρημνο, το ζαβό και το αδέσποτο, τι να το κάνω εγώ το κατοικίδιο ήθος που κάθε τόσο με ξερνά; Κι ύστερα ακούω τον Μπάλο σου ξανά και ξανά, τον Μπάλο που χύνεται σαν μάγμα ηλεκτροφόρο μέσα στο σώμα μου και με τινάζει σαν ρεύμα και όλα τα εσώψυχά μου τα ανείπωτα βρίσκουν φωνή και αλυχτάν.

Ακούω εκστασιασμένη τον χοϊκό ήχο των κροτάλων, των ζουρνάδων και του μπάσου, όλοι είμαστε εδώ και μας αποκαλύπτεις, «μικρά χρωματιστά ανθρωπάκια μέσα στον καθρέπτη κλειδωμένα». Μας βιογραφείς, μας καθρεπτίζεις ως Μέγας Τράγος, όποιος τολμάει ας σκύψει να δει το αχαμνό του είδωλο εκεί. Περνάν τα χρόνια, οι Νεοέλληνες χορεύουν στα ορθάδικα με ξιπασιά, βρίσκουν χώρο, χρόνο και λαλιά οι θλιβερές μετριότητες, οι Ελληνες ευημερούν και κομπάζουν. Μονάχα λίγοι, όλο και πιο λίγοι κρατάνε το όνειρο σφιχτά και το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο παραμάσχαλα. Εσύ στο μεταξύ έχεις χαθεί, ο Μάγος της «τρομερής μας της λαλιάς» «πέθανε» και μάταια τον περιμέναμε να αναστηθεί. Η ιστορία είναι πια γνωστή, ένα ένα ξετύλιγες τα πορφυρά γαϊτάνια του αρχαίου μας καρναβαλιού, σε βλέπαμε να δύεις σε ένα σκούρο βυσσινί. Μα η ποίησή σου είναι μεγαλύτερη από τη ζωή, φίδια, πίθηκοι και αετοί ολοένα και πιο χαμηλής πτήσης πήζουν μέσα στο μαύρο μας δάσος. Η γλώσσα σου είναι το αίμα που μας τραγο(υ)-δά και ο ρυθμός σου, η διονυσιακή αντήχηση στα σπλάγχνα που μας δονεί. Αμήν, θα πω, εάν ακόμα υπάρχει κάτι που να μας δονεί.

*Συγγραφέας