Δεν ξέρω πότε σταμάτησα να εκπλήσσομαι. Ισως την πρώτη φορά που άκουσα έναν υπουργό να εξηγεί με σοβαρότητα πως «δεν είχαμε καμία απώλεια ζωής», λες και τα καμένα δεντράκια φυτρώνουν μόνα τους. Ισως την πρώτη φορά που κατάλαβα πως το «όλα υπό έλεγχο» δεν είναι ενημέρωση, αλλά ένας τρόπος καταστολής.
Φέτος το καλοκαίρι, ο καύσωνας ήρθε με πρόγραμμα. Σαράντα δύο βαθμοί και ανεβαίνει. Η Ακρόπολη έκλεισε, οι εργάτες κλείστηκαν σπίτι και το κράτος έβγαλε ανακοινώσεις. Γιατί αυτό ξέρει να το κάνει καλά: να ανακοινώνει. Να προειδοποιεί. Να προφυλάσσει την εικόνα της. Οχι εσένα.
Εβλεπα τις ειδήσεις με τον ήχο στο mute. Η φωνή των παρουσιαστριών μού προκαλεί έναν ιδιότυπο πονοκέφαλο. Σαν να μιλάει κυβερνητικό δελτίο Τύπου απευθείας μέσα από τα ηχεία της τηλεόρασης. Στο κάτω μέρος της οθόνης έτρεχε η πληροφορία: «Πύρινη κόλαση στην Κρήτη – εκκενώθηκαν οικισμοί». Από πάνω, έπαιζε βίντεο με σέλφι τουριστών στην παραλία. Δεν ξέρω ποιο ήταν πιο τρομακτικό.
Κάπου ανάμεσα, πέρασε κι η είδηση για το νέο νομοσχέδιο: σταματούν οι διαδικασίες ασύλου για μετανάστες από Βόρεια Αφρική. Αμεση επιστροφή. Ούτε έλεος, ούτε εξήγηση. Επειδή έτσι. Επειδή η χώρα έχει τουρισμό. Επειδή «δεν μας παίρνει». Λες κι η αξιοπρέπεια έχει εποχικό ωράριο.
Και πιο κάτω, οι αγρότες. Με ροδάκινα που μένουν στις αποθήκες λόγω δασμών. Με οργή που δεν μπαίνει σε καμία συνέντευξη Τύπου. Κι από δίπλα, ο άλλος, χαμογελαστός, με φόντο το Κοινοβούλιο, να ανακοινώνει «μεγάλες επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια». Πράσινη, λέει, σε μια χώρα κατάμαυρη από τις στάχτες.
Και μετά λένε να μην είμαστε μηδενιστές. Λένε να δείξουμε εμπιστοσύνη. Να ελπίζουμε. Αλλά εγώ δεν θυμάμαι πια πώς μοιάζει η ελπίδα, όταν την ακούς μόνο ως λέξη σε πολιτικό λόγο. Οταν σου την πετάνε όπως πετάνε ένα μπουκαλάκι ζεστό νερό σε διψασμένο ― όχι για να τον ξεδιψάσουν, αλλά για να πουν πως εκείνοι έκαναν το χρέος τους. Η ευθύνη δεν είναι ούτε τώρα δική τους.
Κι εγώ; Εγώ έμεινα να μετράω τα «όλα υπό έλεγχο» μες στον ιδρώτα, στον καπνό, στη σκόνη. Να προσπαθώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσα ασφαλής – κι όχι απλώς ενημερωμένη.
Δεν ξέρω τι με πονάει περισσότερο. Οι στάχτες στα πεζούλια ή η σκιά που αφήνει γύρω της αυτή η βεβαιότητα των «αρμοδίων». Που μιλούν με στατιστικά για τις φλόγες, αλλά δεν ξέρουν τι χρώμα έχουν τα μάτια εκείνου που γύρισε το βράδυ σπίτι του κι έλειπαν όλα.
Μου λείπει μια αλήθεια που να μην έχει τίτλο. Μια σιωπή που να λέει: «Ναι, αποτύχαμε. Μα είμαστε εδώ». Αλλά αυτό, φαίνεται, δεν το διδάσκουν στα επιτελεία.
