ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαρά Παπαβασιλείου-Κουμουλλή*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ΠΕΙΝΑ

Καλοκαίρι του 1941. Η Ελλη είχε αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια με ξύλινο πάτο που τα θεωρούσε γερά. Η μάνα της είχε πουλήσει το σπίτι της Κοκκινιάς, χτισμένο με χίλια βάσανα, για να πάρει ένα μικρό στη Φιλαδέλφεια και λίγο αλεύρι, φασόλια και λάδι, για να μην πεθάνουν από την πείνα. Τα δελτία ψωμιού ήταν ακόμη στην Κοκκινιά. Ετσι μια φορά την εβδομάδα κατέβαινε στην παλιά της γειτονιά για να πάρει μαζεμένα τα δελτία του ψωμιού (της μάνας της και το δικό της), μισό καρβέλι. Το είχε τυλιγμένο σε μια εφημερίδα και περίμενε στη στάση στην Πατησίων, για να πάει ώς το τέρμα με το τραμ. Κι από ’κεί με τα πόδια στο καινούργιο της σπίτι. Κρατούσε το ψωμί τυλιγμένο σε εφημερίδα, σίγουρη πως ήταν καλά καμουφλαρισμένο. Μα οι πεινασμένοι πιτσιρικάδες είχαν κιόλας ασκηθεί, οσμίζονταν από μακριά πού υπήρχε ψωμί.

Ενας –δωδεκάχρονος θα ήταν– πέρασε σαν αστραπή από μπροστά της, άρπαξε το ψωμί μέσα από τα χέρια της κι έτρεξε προς την Πατησίων. Τον κυνήγησε. Μπαίνει σε μια στοά, τον έφτασε και μαζί της έτρεξαν πολλοί διαβάτες. Ο μικρός κάθισε χάμω στο βάθος της στοάς, κρατώντας σφιχτά το ψωμάκι της. Οι διαβάτες ως σύμμαχοι άρχισαν να τον χτυπούν, για να παραδώσει τη λεία του. Εκείνος τίποτα, έμενε ακίνητος, διπλωμένος στα δύο, χωρίς να αντιδρά. Πάνω στην ώρα να σου δύο Γερμανοί αξιωματικοί. Στάθηκαν και παρακολουθούσαν γελώντας την –αστεία γι’ αυτούς– σκηνή. Ντράπηκε. Πήγε κοντά στο παιδί, το αγκάλιασε, του είπε να σηκωθεί για να μην τους βλέπουν οι Γερμανοί! Σηκώθηκε και τότε είδε πως όση ώρα έτρωγε το ξύλο έτρωγε και την ψίχα από το ψωμί! Ηταν πιο πεινασμένο από εκείνη. Τον έπιασε από τους ώμους κι έτσι πέρασαν ανάμεσα στους «συμμάχους» της, ακούγοντας τα απορημένα σχόλιά τους: «Τόση ώρα τον κυνηγούσε και τώρα τον αγκαλιάζει…».

Με τύψεις που φέρθηκε επιπόλαια και θα άφηνε τη μάνα της χωρίς ψωμί, τράβηξε και πάλι για τη μοιραία στάση του τραμ. Μα τα ξύλινα παπούτσια της δεν τη βοηθούσαν πια. Εσκυψε να δει τι συμβαίνει και με φρίκη διαπίστωσε ότι από το τρεχαλητό το ξύλο τους είχε σπάσει. Εφτασε κούτσα κούτσα στο σπίτι και τα πέταξε. Ακριβό το τίμημα για μισό καρβέλι ψωμί μιας βδομάδας – όσο υπήρχε κι αυτό. Σε λίγο θα το αντικαθιστούσε μια μπουκιά υποτιθέμενο ψωμί από το περίφημο στην Κατοχή «σκουπάλευρο».

(Μαρτυρίες μιας Ζωής, Ελλης Παππά)