Σχεδόν σε ολόκληρη τη χώρα συζητάμε για τον τουρισμό, την ανάπτυξη που θα φέρει, τις ανάγκες, τα προβλήματα που δημιουργούνται. Το θέμα υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια, αλλά, καθώς συνηθίζουμε, το παραμερίζουμε, κάνουμε πως δεν το βλέπουμε ή δεν υπάρχει. Και επανέρχεται τέτοια εποχή.
Πριν από σαράντα χρόνια, τότε που οι τουρίστες στην περιοχή μας ήταν δακτυλοδεικτούμενοι –οι ντόπιοι τούς ήξεραν με το μικρό τους όνομα–, πήγαμε μια παρέα για διακοπές στον όρμο του Ταρτιού. Οι περισσότεροι γιόρταζαν την αποφοίτησή τους από το Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων. Μέναμε σε σκηνές, όσοι είχαν, μέσα σε ένα ελαιόκτημα, και οι υπόλοιποι στην άμμο, σε υπνόσακους. Η ομορφιά της διαμονής προερχόταν από την απλότητα, τα ελάχιστα εφόδια, την αφτιασίδωτη καθημερινότητα, κατασκηνωτών και ντόπιων.
Ενα απόγευμα, εκεί που καθόμασταν κάτω από μια ελιά, πλάι στη θάλασσα, ακούμε τη φωνή ενός πλανόδιου μπαξεβάνη, να διαλαλεί την παραγωγή του: «Ντομάτες, μελιτζάνες, φασολάκια, τροφαντά!» Δύο από την παρέα πάνε για να αγοράσουν ζαρζαβατικά, για το κοινοβιακό γεύμα μας. Είχαν την απορία τι είναι τα «τροφαντά». Με έκπληξη είδαν ότι επρόκειτο για τα γνωστά… αγγούρια! Τα οποία έτσι λέγονται στην ντοπιολαλιά, ειδικά όταν είναι τα πρώτα κοψίματα. Κι ως τέτοια, ο πωλητής τα πουλούσε σε διπλάσια τιμή, οι αγοραστές ήταν ξένοι κι η πώληση γινόταν πάνω στη θάλασσα!
Ισως να σκεφτούμε ότι ήδη είχε αρχίσει η τουριστική κίνηση κι ότι ο καθένας προσπαθεί να πουλήσει όσο καλύτερα μπορεί τα προϊόντα του, τουριστικά και μη. Κι όμως, η εκμετάλλευση στο θέμα αυτό είναι πάρα πολύ παλαιότερη. Πριν από 170 περίπου χρόνια, γύρω στο 1860, ο περιηγητής Αλέξανδρος Κόντζε βρέθηκε στη Λέσβο. Ταξιδεύοντας από το Πλωμάρι στη Γέρα πληροφορήθηκε ότι στο χωριό Πλακάδος, στο σπίτι ενός κατοίκου, υπάρχει ρωμαϊκό, μαρμάρινο, ενεπίγραφο ανάγλυφο. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού «είχε μεγάλες απαιτήσεις για χρήματα, δεν άφηνε ούτε την πέτρα του να φανεί». Την επόμενη μέρα, αν και ο ιδιοκτήτης «μείωσε σημαντικά την απαίτησή του για χρήματα», ο περιηγητής προτίμησε να μην ενδώσει στις απαιτήσεις.
Το 1966 κυκλοφόρησε το τραγούδι «Ο τουρισμός και η Μυτιλήνη» των Γιώργου Μπούρα και Σταμάτη Λιαδάκη. Δεν υπήρχε πανηγύρι, λαϊκό γλέντι, μουσική εκδήλωση στο οποίο να μην τραγουδηθεί. Ηταν ένα από τα σουξέ του νησιού. Ελεγε μεταξύ των άλλων στίχων: «Η Μυτιλήν’ προυχόρση πουλύ στουν τουρισμό. Εκανε πουλλά τσινούργια κι ραδιουσταθμό, πάρκα κι ξενοδοχεία…» και συνεχίζει «έρχιτη κι αγιρουπλάνου στην Μυτιλήν’ μας τώρα πια, μας παίρν’ πουλλά φραγκέλια, αλλά μας ξυπηρετά».
Οι λαϊκοί προφητικοί στίχοι είναι ανάμεσά μας· τουριστική ανάπτυξη, δωμάτια, καράβια, δρομολόγια, εξυπηρέτηση κι εκμετάλλευση. Μόνο, αντί για φράγκα έχουμε-θέλουμε ευρώ!
* Συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
-980x552.jpg)