Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ψάχνω παλιές κορνίζες στο Μοναστηράκι. Υπάρχουν πολλές στα παλαιοπωλεία. Οι περισσότερες με φωτογραφίες ανθρώπων. Αφημένες στο πεζοδρόμιο, στοιβαγμένες ανάμεσα σε παλιούς πίνακες και έπιπλα. Πίσω από το εγκαταλειμμένο πρόσωπο με τα ακίνητα χαρακτηριστικά, που αιχμαλωτίστηκε ένα δευτερόλεπτο μέσα στον χρόνο κι έγινε μια απλή προσωπίδα, συσπάται ένα άλλο πρόσωπο. Πίσω από τα πετρωμένα χαρακτηριστικά, οι τρόποι έκφρασης φωνάζουν. Αισθάνομαι να με κοιτούν σαν να κοιτάζονται στον καθρέφτη.

«Να τις πετάξω τις φωτογραφίες;», ρωτά ο πωλητής, «ή θα τις πετάξετε εσείς;» Τις κοιτώ ξανά. Πρόσωπα χαμένων ανθρώπων, μοιραία, ευτυχισμένα, σοβαρά, που δεν μου είναι γνώριμα αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο ούτε τελείως ξένα. Προσωπικότητες, αδύναμες, ισχυρές, φιγούρες παιδικές ή γερασμένες, συνήθως καλοντυμένες και επίσημες.

Από πού έρχονται οι άνθρωποι αυτοί; Ποιο σκληρό χέρι τούς άφησε εκεί, μέσα στα σκαλιστά ή απλά πλαίσια; Τους αγγίζουν δεκάδες άγνωστα χέρια, ξένα, αφήνοντας τα αποτυπώματά τους πάνω στο πρόσωπο που δέχτηκε χάδια, φιλιά, έκλαψε, γέλασε, στο σώμα κάποιου ανθρώπου που έζησε και που ίσως έχει πεθάνει.

Κρατώ στα χέρια μου μια κορνίζα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός ζευγαριού. Κοιτάζουν σοβαρά τον φακό. Είναι πολύ νέοι. Εκείνος φοράει πουκάμισο, γιλέκο, με ένα κομμάτι από ύφασμα που ζαρώνει στη μέση, σκούρο παντελόνι και ψηλές μπότες. Εκείνη δίπλα του, ψηλή, μελαχρινή, με τα μαλλιά μαζεμένα στο πλάι με ένα χτενάκι. Ο λαιμός της είναι γυμνός. Μια εσάρπα από δαντέλα καλύπτει τους ώμους και το μπούστο της. Φοράει μακριά μαύρη φούστα μέχρι τους αστραγάλους. Κρατιούνται σφιχτά από το χέρι με έναν τρόπο που δηλώνει πάθος, αν όχι αγάπη.

Η κορνίζα είναι από λευκό σκαλιστό ξύλο βαμμένο. Πίσω γράφει: 16/11/1950, φωτογραφία αρραβώνων, Ρόδος.

«Πώς έφτασε ώς εδώ;» ρωτάω τον υπάλληλο. «Κοιτάξτε», μου λέει, «εδώ μας φέρνουν πράγματα από όλη την Ελλάδα. Δικά τους ή από τα σκουπίδια. Λοιπόν, σας αρέσει αυτή;» «Ναι», του λέω, «μου αρέσει, αλλά μην πετάξετε τη φωτογραφία, θα την πάρω μαζί μου».

Μου φαίνεται περίεργο που έχω τη φωτογραφία δύο ξένων από μια τόσο προσωπική τους στιγμή, αλλά δεν μου πήγαινε η καρδιά να τους αφήσω εκεί στη στοίβα. Φαίνονται νέοι κι ερωτευμένοι. Οπως κι αν έφτασε ώς εδώ η φωτογραφία, εξακολουθεί αυτή η στιγμή τους, εξήντα εφτά χρόνια μετά, να είναι στα χέρια μου μια ισχυρή αφήγηση του παρελθόντος. Μια σιωπηλή διαμαρτυρία κατά της ανυπαρξίας.