Πιστεύω ότι θα ήταν από κάθε άποψη, επιστημολογική, γνωσιολογική, κοινωνιολογική και πολιτική, ιδιαίτερα ανακόλουθο αν ο νεολογισμός της μετα-αλήθειας δεν εμφανιζόταν στο προσκήνιο της μετα-νεωτερικής πραγματιστικής μας εποχής.
Υποστηρίζω την άποψη ότι η ευκαιριακή αυτή εμφάνιση της έννοιας της μετα-αλήθειας -που συζητήθηκε και σε προηγούμενα άρθρα, και νεοφιλελεύθερα συσχετίστηκε με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ- δεν είναι παρά το φυσικό επακόλουθο, ακόμη και σε γλωσσικό επίπεδο, του φιλοσοφικού ρεύματος του πραγματισμού και της νεοπραγματιστικής του εκδοχής.
Δεν είναι επομένως φαινόμενο που δημιουργήθηκε εν κενώ. Αυτό εύκολα καταδεικνύεται, αν συγκρίνουμε τις δύο θεωρίες -το ρεύμα του πραγματισμού με τη θεωρία της μετα-αλήθειας- αναφορικά με τη θέση τους για την αλήθεια και το ψεύδος, και κατ’ επέκταση για το τι είναι αληθινό και τι θεωρεί η μυθοπλασία ή η φαντασία μας πραγματικό.
Για τη μέθοδο του πραγματισμού, που είναι φιλοσοφία καθαρά αμερικανικής «κοπής», η αλήθεια δεν μπορεί να έχει μια φιλοσοφική θεμελίωση, αλλά αναγνωρίζεται ως τέτοια, σε πρακτικό επίπεδο, από τη χρηστικότητα και την πρακτική της συνέπεια, στη βάση ενός, κάθε φορά, ωφελιμιστικού και σχετικιστικού πλαισίου.
Κατά τον Αμερικανό φιλόσοφο και ψυχολόγο Γουίλιαμ Τζέιμς (1842-1910), κύριο εισηγητή του ρεύματος του πραγματισμού, η φιλοσοφία αυτή είναι «μια εμπειριστική θεωρία εναλλακτική στον ιδεαλισμό και τον ορθολογισμό (…) [που] αποπειράται να ερμηνεύσει κάθε έννοια [άρα και αυτή της αλήθειας] αναζητώντας τις ιδιαίτερες πρακτικές της συνέπειες» (βλ. στο βιβλίο του «Πραγματισμός», μτφρ. Χρήστος Σταματέλος, εκδ. Εκκρεμές).
Ο νεο-πραγματισμός, εξάλλου, του Ρίτσαρντ Ρόρτι (1931-2007) συμφωνεί με τη βασική, απελευθερωτική και θεραπευτική, κατά τον ίδιο, θέση ότι «η έννοια της γνώσης ως ακριβούς αναπαράστασης, που καθίσταται δυνατή από ειδικές νοητικές διεργασίες και είναι κατανοητή μέσα από μια γενική θεωρία της αναπαράστασης, πρέπει να εγκαταλειφθεί» (Richard Rorty, «Η φιλοσοφία και ο καθρέφτης της φύσης», μτφρ. Πάρις Μπουρλάκης – Γιώργος Φουρτούνης, επιμ. Φιλήμων Παιονίδης, εκδ. Κριτική).
Κατά τον Αμερικανό νεο-πραγματιστή φιλόσοφο δεν υπάρχει επομένως η εικόνα «του νου ως μεγάλου καθρέφτη, ο οποίος περιέχει διάφορες αναπαραστάσεις», και η γνώση της πραγματικότητας, όπως και η αντίληψη της φιλοσοφίας, δεν μπορεί να είναι «θεμελιωτική» και επομένως ουσιοκρατική.
Στο πλαίσιο της σημασίας του νεολογισμού της μετα-αλήθειας, στο κοινωνικο-πολιτικό, για παράδειγμα, επίπεδο, η πίστη στην αντικειμενικότητα της κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας, στην ύπαρξη ρεαλιστικών γεγονότων και στην αντιστοίχιση, ως σημασιοδότηση της αλήθειας, ανάμεσα σε πολιτικές προτάσεις και τελικές πολιτικές πράξεις, θεωρείται αυταπάτη.
Στη θέση της έχουμε μια επιλεκτική, υποκειμενική και άρα σχετικιστική, και εδώ, θεώρηση της πραγματικότητας, που κατασκευάζει κάθε φορά -ανάλογα με την πληθώρα των πληροφοριών, την ταχύτητα της μετάδοσής τους αλλά και την τεχνολογικά επιδέξια παροχή τους- μια βολική για το σύστημα, ωφελιμιστικά επίσης προσανατολισμένη «αλήθεια», που δεν είναι παρά μια ψευδής απόδοση της πραγματικότητας.
Αυτή η γνωστή σε όλους μας πραγματιστική πολιτική, με τις σύγχρονες μετα-αλήθειες της είναι άλλο ένα «ευφυές» τέχνασμα του νεοφιλελευθερισμού, που η σύγχρονη αριστερή σκέψη οφείλει επίσης να αντιμετωπίσει, τόσο σε εννοιολογικό, θεωρητικό επίπεδο όσο και στην πολιτική πράξη.
* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΑΠΘ
